ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Α΄ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

Ἡ αἰώνιος ζωὴ ἐφανερώθηκε διὰ τοῦ Χριστοῦ

1 Ἐκεῖνο ποὺ ὑπῆρχεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ἐκεῖνο ποὺ ἔχομεν ἀκούσει, ἐκεῖνο ποὺ ἔχομεν ἰδῆ μὲ τὰ μάτια μας, ἐκεῖνο ποὺ παρατηρήσαμε καὶ τὰ χέρια μας ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ Λόγου δηλαδὴ τῆς ζωῆς,
2 – καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθηκε καὶ ἔχομεν ἰδῆ καὶ μαρτυροῦμεν καὶ σᾶς ἀναγγέλομεν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἡ ὁποία ἦτο μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἐφανερώθηκε σ’ ἐμᾶς, –
3 ἐκεῖνο ποὺ ἔχομεν ἰδῆ καὶ ἀκούσει σᾶς ἀναγγέλομεν, διὰ νὰ ἔχετε στενὸν σύνδεσμον καὶ σεῖς μαζί μας. Ὁ στενὸς σύνδεσμός μας εἶναι μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸν Υἱόν του, τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ὁ σύνδεσμος μὲ τὸν Θεὸν σημαίνει ἀποχωρισμὸν ἀπὸ τὴν ἀμαρτίαν

4 Σᾶς τὰ γράφομεν αὐτά, διὰ νὰ εἶναι ἡ χαρά σας πλήρης.
5 Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγγελία, τὴν ὁποίαν ἀκούσαμεν ἀπὸ αὐτὸν καὶ σᾶς ἀναγγέλομεν: ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι φῶς καὶ δὲν ὑπάρχει καθόλου σκοτάδι εἰς αὐτόν.
6 Ἐὰν ποῦμε ὅτι ἔχομεν στενὸν σύνδεσμον μαζί του καὶ περπατᾶμε εἰς τὸ σκοτάδι, ψευδόμεθα καὶ δὲν ἐφαρμόζομεν τὴν ἀλήθειαν.
7 Ἀλλ’ ἐὰν περπατᾶμε εἰς τὸ φῶς, ὅπως καὶ αὐτὸς εἶναι εἰς τὸ φῶς, τότε ἔχομεν στενὸν σύνδεσμον μεταξύ μας καὶ τὸ αἶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ του μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.
8 Ἐὰν ποῦμε ὅτι δὲν ἔχομεν ἁμαρτίαν, πλανῶμεν τὸν ἑαυτόν μας καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι μέσα μας.
9 Ἐὰν ὁμολογοῦμεν τὰς ἁμαρτίες μας, αὐτὸς εἶναι ἀξιόπιστος καὶ δίκαιος, ὥστε νὰ μᾶς συγχωρήσῃ τὰς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς καθαρίσῃ ἀπὸ κάθε ἀδικίαν.
10 Ἐὰν ποῦμε ὅτι δὲν ἔχομεν ἁμαρτήσει, τὸν κάνομεν ψεύτην καὶ ὁ λόγος του δὲν εἶναι μέσα μας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2

1 Παιδιά μου, αὐτὰ σᾶς τὰ γράφω διὰ νὰ μὴ ἁμαρτήσετε. Ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς ἁμαρτήσῃ, ἔχομεν Παράκλητον πρὸς τὸν Πατέρα τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν δίκαιον·
2 αὐτὸς εἶναι ἱλασμὸς τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ ὄχι μόνον τῶν δικῶν μας ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου.

Ἡ ὑπακοὴ μαρτυρεῖ γνῶσιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

3 Μὲ τοῦτο μποροῦμε νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τὸν ἐγνωρίσαμεν: ἐὰν τηροῦμεν τὰς ἐντολάς του.
4 Ἐκεῖνος ποὺ λέγει, «Τὸν ἐγνώρισα», ἀλλὰ δὲν τηρεῖ τὰς ἐντολάς του, εἶναι ψεύτης καὶ δὲν ὑπάρχει μέσα του ἡ ἀλήθεια.
5 Ἀλλ’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τηρεῖ τὸν λόγον του, εἰς αὐτὸν πραγματικὰ ἡ ἀγάπη διὰ τὸν Θεὸν εἶναι τελεία. Μὲ τοῦτο μποροῦμε νὰ γνωρίζωμεν ὅτι εἴμεθα ἐν αὐτῷ:
6 Ὅποιος λέγει ὅτι μένει ἐν αὐτῷ, ὀφείλει νὰ ζῇ ὅπως ἔζησε καὶ ὁ Χριστός.
7 Ἀδελφοί, δὲν σᾶς γράφω νέαν ἐντολήν, ἀλλὰ ἐντολὴν παλαιάν, τὴν ὁποία εἴχατε ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ἡ ἐντολὴ ἡ παλαιὰ εἶναι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀκούσατε ἀπὸ τὴν ἀρχήν.
8 Καὶ ὅμως ἡ ἐντολὴ ποὺ σᾶς γράφω εἶναι νέα, διότι τὸ σκοτάδι φεύγει καὶ τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν ἤδη φωτίζει· τοῦτο ἐπραγματοποιήθηκε διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ σ’ ἐσᾶς.
9 Ἐκεῖνος ποὺ λέγει ὅτι εἶναι εἰς τὸ φῶς καὶ μισεῖ τοὺς ἀδελφούς του, βρίσκεται ἀκόμη εἰς τὸ σκοτάδι.
10 Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν ἀδελφόν του, μένει εἰς τὸ φῶς, καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε νὰ τὸν κάνῃ νὰ σκοντάψῃ.
11 Ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ μισεῖ τοὺς ἀδελφούς του, βρίσκεται εἰς τὸ σκοτάδι καὶ εἰς τὸ σκοτάδι περπατεῖ· δὲν ξέρει ποῦ πηγαίνει, διότι τὸ σκοτάδι ἐτύφλωσε τὰ μάτια του.
12 Σᾶς γράφω, παιδιά, διότι σᾶς ἔχουν συγχωρηθῆ αἱ ἁμαρτίαι σας, διὰ τὸ ὄνομά του.
13 Σᾶς γράφω, πατέρες, διότι ἐγνωρίσατε ἐκεῖνον ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Σᾶς γράφω, νεαροί, διότι ἔχετε νικήσει τὸν πονηρόν.
14 Σᾶς ἔγραψα, παιδιά, διότι ἐγνωρίσατε τὸν Πατέρα. Σᾶς ἔγραψα, πατέρες, διότι ἐγνωρίσατε ἐκεῖνον ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Σᾶς ἔγραψα, νεαροί, διότι εἶσθε δυνατοὶ καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μένει μέσα σας καὶ ἔχετε νικήσει τὸν πονηρόν.
15 Νὰ μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον, οὔτε τὰ πράγματα ποὺ εἶναι εἰς τὸν κόσμον. Ἐὰν ἀγαπᾷ κανεὶς τὸν κόσμον, δὲν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη διὰ τὸν Πατέρα μέσα του·
16 διότι κάθε τι ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον, ἡ σαρκικὴ ἐπιθυμία καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ματιῶν καὶ ἡ ὑπερηφάνεια εἰς τὰ πλούτη, δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν Πατέρα ἀλλ’ ἀπὸ τὸν κόσμον.
17 Καὶ ὁ κόσμος καὶ ἡ ἐπιθυμία του παρέρχονται. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει αἰωνίως.

Προειδοποιήσεις κατὰ τῶν ἀντιχρίστων

18 Παιδιά, εἶναι ἡ τελευταία ὥρα. Ἀκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται καί, πραγματικά, πολλοὶ ἀντίχριστοι ἔχουν ἔλθει.
19 Ἀπὸ αὐτὸ γνωρίζομεν ὅτι εἶναι τελευταῖα ὥρα. Ἔφυγαν ἀπὸ μᾶς, ἀλλὰ δὲν ἀνῆκαν σ’ ἐμᾶς, διότι ἐὰν ἀνῆκαν σ’ ἐμᾶς, θὰ εἶχαν μείνει μαζί μας, ἀλλὰ ἔφυγαν διὰ νὰ φανερωθῇ ὅτι δὲν εἶναι ὅλοι ἀπὸ τοὺς δικούς μας.
20 Ἀλλὰ σεῖς ἔχετε χρῖσμα ἀπὸ τὸν Ἅγιον καὶ τὰ ξέρετε ὅλα.
21 Σᾶς ἔγραψα, ὄχι διότι δὲν ξέρετε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ διότι τὴν ξέρετε καὶ διότι κανένα ψεῦδος δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν.
22 Ποιός εἶναι ὁ ψεύτης παρὰ ἐκεῖνος ποὺ ἀρνεῖται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός; Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀντίχριστος, ἐκεῖνος ποὺ ἀρνεῖται τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν.
23 Ὅποιος ἀρνεῖται τὸν Υἱὸν δὲν ἔχει οὔτε τὸν Πατέρα.
24 Σεῖς κρατῆστε μέσα σας ἐκεῖνο ποὺ ἀκούσατε ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Ἐὰν μείνῃ μέσα σας ἐκεῖνο ποὺ ἀκούσατε ἀπὸ τὴν ἀρχήν, θὰ μείνετε καὶ σεῖς ἐν τῷ Υἱῷ καὶ ἐν τῷ Πατρί.
25 Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόσχεσις τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἴδιος μᾶς ἔδωκε: ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος.
26 Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾶ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ σᾶς πλανήσουν.
27 Σ’ ἐσᾶς ὅμως, μένει μέσα σας τὸ χρῖσμα ποὺ ἐλάβατε ἀπὸ αὐτὸν καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς διδάσκῃ κάποιος· ἐπειδὴ δὲ τὸ χρῖσμα του σᾶς διδάσκει δι’ ὅλα, καὶ εἶναι ἀληθὲς καὶ ὄχι ψεῦδος, νὰ μένετε ἐν αὐτῷ, καθὼς ἀκριβῶς σᾶς ἐδίδαξε.
28 Καὶ τώρα, παιδιά, μένετε ἐν αὐτῷ, ὥστε, ὅταν φανερωθῇ, νὰ ἔχωμεν θάρρος καὶ ὄχι νὰ στρέψωμεν τὸ πρόσωπόν μας ἀπὸ ντροπή, κατὰ τὴν ἔλευσίν του.
29 Ἐὰν ξέρετε ὅτι εἶναι δίκαιος, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὅποιος κάνει τὸ ὀρθόν, ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ αύτόν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς φέρει εἰς ἁγνὴν ζωήν

1 Ἰδέτε πόσον μεγάλην ἀγάπην μᾶς ἔδωκεν ὁ Πατέρας, ὥστε νὰ ὀνομασθοῦμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ κόσμος δὲν μᾶς ἀναγνωρίζει διότι δὲν ἐγνώρισε αὐτόν.
2 Ἀγαπητοί, τώρα εἴμεθα παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἔχει φανερωθῇ τί θὰ εἴμεθα. Γνωρίζομεν ὅμως, ὅτι ὅταν φανερωθῇ, θὰ εἴμεθα ὅμοιοι μὲ αὐτόν, διότι θὰ τὸν ἰδοῦμε ὅπως εἶναι.
3 Καὶ ὅποιος ἔχει αὐτὴν τὴν ἐλπίδα εἰς αὐτόν, ἁγνίζεται, ὅπως ἐκεῖνος εἶναι ἁγνός.

Ἡ ἁμαρτία ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν θείαν υἱοθεσίαν

4 Ὅποιος κάνει τὴν ἁμαρτίαν, κάνει καὶ τὴν ἀνομίαν διότι ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀνομία.
5 Ξέρετε ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθηκε διὰ νὰ σηκώσῃ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτὸν ἁμαρτία.
6 Ὅποιος μένει ἐν αὐτῷ δὲν ἁμαρτάνει· ὅποιος ἁμαρτάνει δὲν τὸν ἔχει ἰδῆ οὔτε τὸν ἐγνώρισε.
7 Παιδιά, κανεὶς ἂς μὴ σᾶς πλανᾷ. Ὅποιος κάνει τὸ ὀρθόν, εἶναι δίκαιος, ὅπως ἐκεῖνος εἶναι δίκαιος.
8 Ὅποιος κάνει τὴν ἁμαρτίαν, εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολον, διότι ὁ διάβολος ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἁμαρτάνει. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐφανερώθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ: διὰ νὰ καταργήσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου.
9 Ὅποιος ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν κάνει ἁμαρτίαν, διότι σπέρμα αὐτοῦ μένει μέσα του· δὲν μπορεῖ νὰ ἁμαρτάνῃ διότι ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ τὸν Θεόν.
10 Ἀπὸ τοῦτο ἀναγνωρίζονται τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ διαβόλου: ὅποιος δὲν κάνει τὸ ὀρθόν, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, ἐπίσης καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τοὺς ἀδελφούς του.
11 Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἀκούσατε ἀπὸ τὴν ἀρχήν: νὰ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
12 Ὄχι ὅπως ὁ Κάϊν ποὺ ἦτο ἀπὸ τὸν πονηρὸν καὶ ἔσφαξε τὸν ἀδελφόν του. Καὶ διατί τὸν ἔσφαξε; Διότι τὰ ἔργα του ἦσαν πονηρά, τοῦ δὲ ἀδελφοῦ του ἦσαν δίκαια.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφούς

13 Νὰ μὴ σᾶς φαίνεται παράξενον πρᾶγμα, ἀδελφοί μου, ἐὰν ὁ κόσμος σᾶς μισῇ.
14 Ἐμεῖς ξέρομεν ὅτι ἔχομεν μεταβῆ ἀπὸ τὸν θάνατον εἰς τὴν ζωήν, διότι ἀγαπᾶμε τοὺς ἀδελφούς· ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τοὺς ἀδελφούς, μένει μέσα εἰς τὸν θάνατον.
15 Ὅποιος μισεῖ τὸν ἀδελφόν του, εἶναι φονηᾶς, καὶ ξέρετε ὅτι κανεὶς φονηᾶς δὲν ἔχει ζωὴν αἰώνιον μέσα του.
16 Μὲ τοῦτο ἐγνωρίσαμεν τί εἶναι ἀγάπη: ὅτι ἐκεῖνος ἔδωκε τὴν ζωήν του γιὰ μᾶς. Ἔτσι ὀφείλομεν καὶ ἐμεῖς νὰ δίνωμεν τὴν ζωήν μας ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν.
17 Ἀλλ’ ἐὰν ἕνας ἔχῃ τὰ πλούτη τοῦ κόσμου καὶ βλέπῃ τὸν ἀδελφόν του νὰ ἔχῃ ἀνάγκην, καὶ ὅμως τοῦ κλείσῃ τὴν καρδιά του, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ μέσα του ἡ ἀγάπη διὰ τὸν Θεόν;
18 Παιδιά μου, νὰ μὴ ἀγαπᾶμε μὲ λόγια οὔτε μὲ τὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ μὲ ἔργα καὶ ἀληθινά.
19 Μὲ τοῦτο ξέρομεν ὅτι εἴμεθα ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν· καὶ θὰ καθησυχάσωμεν τὸν ἑαυτόν μας ἐνώπιόν του εἰς ὅ,τι ἡ καρδιὰ μᾶς κατακρίνει,
20 διότι εἶναι μεγαλύτερος ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν καρδιά μας καὶ τὰ ξέρει ὅλα.
21 Ἀγαπητοί, ἐὰν ἡ καρδιά μας δὲν μᾶς κατακρίνῃ, τότε ἔχομεν θάρρος νὰ πλησιάσωμεν τὸν Θεόν, καὶ πέρνομε ἀπὸ αὐτὸν ὅ,τι ζητᾶμε,
22 διότι τηροῦμεν τὰς ἐντολάς του καὶ κάνομεν ἐκεῖνα ποὺ τοῦ εἶναι ἀρεστά.
23 Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολή του: νὰ πιστέψωμεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν ποὺ μᾶς ἔδωκε.
24 Ὅποιος τηρεῖ τὰς ἐντολάς του,μένει ἐν τῷ Θεῷ καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ. Καὶ μὲ τοῦτο ξέρομεν ὅτι μένει μέσα μας: ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκε.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4

Δοκιμὴ τῶν πνευμάτων

1 Ἀγαπητοί, μὴ πιστεύετε εἰς κάθε πνεῦμα, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα, ἐὰν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐβγῆκαν εἰς τὸν κόσμον.
2 Μὲ τὸν ἑξῆς τρόπον ἀναγνωρίζετε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ: κάθε πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθεν ὡς ἄνθρωπος, εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν,
3 καὶ κάθε πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθεν ὡς ἄνθρωπος, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἀντιχρίστου, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχετε ἀκούσει ὅτι ἔρχεται, καὶ τώρα εἶναι ἤδη εἰς τὸν κόσμον.
4 Σεῖς, παιδιά, εἶσθε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἔχετε νικήσει, διότι ἐκεῖνος ποὺ εἶναι μέσα σας, εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι μέσα στὸν κόσμον.
5 Αὐτοὶ εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμον, διὰ τοῦτο ὅ,τι λέγουν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ ὁ κόσμος τοὺς ἀκούει.
6 Ἐμεῖς εἴμεθα ἀπὸ τὸν Θεόν. Ὅποιος ξέρει τὸν Θεόν, μᾶς ἀκούει. Ὅποιος δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν μᾶς ἀκούει. Δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου ἀναγνωρίζομεν τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων

7 Ἀγαπητοί, ἂς ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, διότι ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὅποιος ἀγαπᾶ, ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ξέρει τὸν Θεόν.
8 Ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ, δὲν ἐγνώρισε τὸν Θεόν, διότι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη.
9 Μὲ τοῦτο ἐφανερώθηκε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σ’ ἐμᾶς: ὅτι τὸν Υἱόν του τὸν μονογενῆ ἔστειλε ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ ζήσωμεν δι’ αὐτοῦ.
10 Εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ ἀγάπη, ὄχι εἰς τὸ ὅτι ἐμεῖς ἀγαπήσαμε τὸν Θεόν, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς μᾶς ἀγάπησε καὶ ἔστειλε τὸν Υἱόν του ὡς ἱλασμὸν διὰ τὰς ἁμαρτίας μας.
11 Ἀγαπητοί, ἐὰν ὁ Θεὸς μᾶς ἀγάπησε μὲ τέτοιον τρόπο, πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
12 Τὸν Θεὸν δὲν τὸν ἔχει ἰδῆ κανεὶς ποτέ. Ἐὰν ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὁ Θεὸς μένει μέσα μας καὶ ἡ ἀγάπη του ἔγινε τελεία μέσα μας.
13 Μὲ τοῦτο ξέρομεν ὅτι μένομεν ἐν αὐτῷ καὶ αὐτὸς ἐν ἡμῖν, διότι μᾶς ἔδωκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμά του.
14 Καὶ ἐμεῖς ἔχομεν ἰδῆ καὶ μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου.
15 Ὅποιος ὁμολογήσῃ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς μένει ἐν αὐτῷ καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ.
16 Ἐμεῖς ἐγνωρίσαμε καὶ ἐπιστέψαμε εἰς τὴν ἀγάπην ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ὅποιος μένει εἰς τὴν ἀγάπη μένει ἐν τῷ Θεῷ καὶ ὁ Θεὸς μένει ἐν αὐτῷ.
17 Διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἔχει γίνει σ’ ἐμᾶς τελεία ἡ ἀγάπη: διὰ νὰ ἔχωμεν θάρρος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, διότι καθὼς εἶναι ἐκεῖνος εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, εἴμεθα καὶ ἐμεῖς.
18 Φόβος δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἀγάπην, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη διώχνει τὸν φόβον, διότι ὁ φόβος περιέχει τιμωρίαν, καὶ ἐκεῖνος ποὺ φοβᾶται δὲν εἶναι τέλειος εἰς τὴν ἀγάπην.
19 Ἐμεῖς τὸν ἀγαπᾶμε, διότι αὐτὸς πρῶτος μᾶς ἀγάπησε.
20 Ἐὰν πῇ κανείς, «Ἀγαπῶ τὸν Θεόν», ἀλλὰ μισεῖ τοὺς ἀδελφούς του, αὐτὸς εἶναι ψεύτης, διότι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τὸν ἀδελφόν του, τὸν ὀποῖον ἔχει ἰδῆ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγαπᾷ τὸν Θεὸν τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει ἰδῆ;
21 Αὐτὴν τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπὸ αὐτόν: ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, νὰ ἀγαπᾷ καὶ τοὺς ἀδελφούς του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5

Ἡ χριστιανικὴ πίστις

1 Ὅποιος πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν γεννήσαντα ἀγαπᾶ καὶ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ αύτόν.
2 Καὶ ἔτσι ξέρομεν ὅτι, ὅταν ἀγαπᾶμε τὸν Θεὸν καὶ τηροῦμεν τὰς ἐντολάς του, ἀγαπᾶμε καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.
3 Διότι ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι νὰ τηροῦμεν τὰς ἐντολάς του, καὶ αἱ ἐντολαί του δὲν εἶναι βαρεῖαι,
4 διότι κάθε τι ποὺ ἔχει γεννηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν νικᾶ τὸν κόσμον καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ νίκη ποὺ ἐνίκησε τὸν κόσμον, ἡ πίστις μας.
5 Ποιόν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ νικᾶ τὸν κόσμον παρὰ ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;
6 Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἦλθε δι’ ὕδατος καὶ αἵματος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὄχι μόνον μὲ τὸ ὕδωρ ἀλλὰ μὲ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ αἷμα. Καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δίνει μαρτυρίαν, διότι τὸ Πνεῦμα εἶναι ἡ ἀλήθεια.
7 Τρεῖς εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μαρτυροῦν [εἰς τὸν οὐρανόν, ὁ Πατέρας, ὁ Λόγος καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ αὐτοὶ οἱ τρεῖς εἶναι ἕνα καὶ τρεῖς εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μαρτυροῦν εἰς τὴν γῆν],
8 τὸ Πνεῦμα καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ αἷμα καὶ οἱ τρεῖς εἶναι σύμφωνοι.
9 Ἐὰν δεχώμεθα τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀνθρώπων, ἡ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ εἶναι μεγαλύτερη, καὶ ἡ μαρτυρία αὐτὴ εἶναι τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ἔδωκε διὰ τὸν Υἱόν του.
10 Ὅποιος πιστεύει εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἔχει τὴν μαρτυρίαν αὐτὴν μέσα του. Ὅποιος δὲν πιστεύει εἰς τὸν Θεόν, τὸν ἐχει κάνει ψεύτην, διότι δὲν ἐπίστεψε εἰς τὴν μαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἔδωκε διὰ τὸν Υἱόν του.
11 Καὶ ἡ μαρτυρία εἶναι αὐτή: ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωκε ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἡ ζωὴ αὐτὴ ὑπάρχει εἰς τὸν Υἱόν του.
12 Ὅποιος ἔχει τὸν Υἱόν, ἔχει τὴν ζωήν· ὅποιος δὲν ἔχει τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχει τὴν ζωήν.

Ἐπίλογος

13 Αὐτὰ ἔγραψα σ’ ἐσᾶς ποὺ πιστεύετε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ γνωρίσετε ὅτι ἔχετε ζωὴν αἰώνιον.
14 Μποροῦμε νὰ πλησιάσωμεν τὸν Θεὸν μὲ ἐμπιστοσύνην διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: ἐὰν ζητᾶμε κάτι σύμφωνα πρὸς τὸ θέλημά του, μᾶς ἀκούει.
15 Καὶ ἐὰν ξέρωμεν ὄτι ἀκούει τὰ αἰτήματά μας, ξέρωμεν ὅτι ἐκεῖνα ποὺ τοῦ ἐζητήσαμεν ἔγιναν δικά μας.
16 Ἐὰν ἰδῇ κανεὶς τὸν ἀδελφόν του νὰ κάνῃ ἁμαρτίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁμαρτία θανάσιμη, τότε πρέπει νὰ προσευχηθῇ καὶ θὰ τοῦ δώσῃ ὁ Θεὸς ζωήν, εἰς ἐκείνους ποὺ δὲν διαπράττουν ἁμαρτίαν θανάσιμη. Ὑπάρχει ἁμαρτία θανάσιμη. Δὲν λέγῳ νὰ παρακαλέσῃ γι’ αὐτήν.
17 Κάθε ἀδικία εἶναι ἁμαρτία καὶ ὑπάρχει ἁμαρτία ἠ ὁποία δὲν εἶναι θανάσιμη.
18 Ξέρομεν ὅτι ὅποιος εἶναι γεννημένος ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν ἁμαρτάνει, ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸν φυλάσσει αὐτὸν καὶ ὁ πονηρὸς δὲν τὸν ἀγγίζει.
19 Ξέρομεν ὅτι εἴμεθα τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὁ κόσμος ὁλόκληρος βρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ πονηροῦ.
20 Καὶ ξέρομεν ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔχει ἔλθει καὶ μᾶς ἔδωκε νοῦν διὰ νὰ ξέρωμεν αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀληθινός· καὶ εἴμεθα πραγματικὰ ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ Υἱῷ του Ἰησοῦ Χριστῷ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἡ ζωὴ ἡ αἰώνιος.
21 Παιδιά, φυλαχθῆτε ἀπὸ τὰ εἴδωλα. Ἀμήν.

Next PostRead more articles