ΠΡΟΣ Α΄ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

Χαιρετισμὸς καὶ εὐχαριστία

1 Ὁ Παῦλος καλεσμένος μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ Σωσθένης ὁ ἀδελφός,
2 πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν Κόρινθον, πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶναι ἁγιασμένοι διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχουν καλεσθῆ νὰ εἶναι ἅγιοι, μαζὶ μὲ ὅλους ποὺ ἐπικαλοῦνται, σὲ κάθε τόπον, τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, Κυρίου δικοῦ των καὶ δικοῦ μας·
3 χάρις νὰ εἶναι σ’ ἐσᾶς καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸν Πατέρα μας καὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.
4 Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν μου πάντοτε γιὰ σᾶς, γιὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐδόθηκε σ’ ἐσᾶς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
5 διότι σὲ ὅλα ἐγίνατε πλούσιοι δι’ αὐτοῦ,
6 σὲ κάθε λόγον καὶ σὲ κάθε γνῶσιν κατὰ τὸ μέτρον ποὺ ἐστερεώθηκε ἡ μαρτυρία διὰ τὸν Χριστὸν μεταξύ σας,
7 ὥστε δὲν ὑστερεῖτε σὲ κανένα χάρισμα, ἐνῷ ἀναμένετε τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
8 ὁ ὁποῖος καὶ θὰ σᾶς στερεώσῃ, μέχρι τέλους, ὥστε νὰ εἶσθε χωρὶς κατηγορίαν τὴν Ἡμέραν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
9 Ἀξιόπιστος εἶναι ὁ Θεός, διὰ τοῦ ὁποίου εἶσθε καλεσμένοι νὰ ἔχετε κοινωνίαν μὲ τὸν Υἱόν του Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριόν μας.

Χωριστικὸν πνεῦμα εἰς τὴν ἐκκλησίαν

10 Σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ λέγετε ὅλοι τὸ ἴδιο καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν διαιρέσεις μεταξύ σας, ἀλλὰ νὰ εἶσθε ἑνωμένοι μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ τὴν ἴδια γνώμη.
11 Διότι ἐπληροφορήθηκα γιὰ σᾶς, ἀδελφοί μου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Χλόης, ὅτι ὑπάρχουν ἔριδες μεταξύ σας.
12 Ἐννοῶ τοῦτο: καθένας ἀπὸ σᾶς λέγει, «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», «Ἐγὼ τοῦ Ἀπολλώ», «Ἐγὼ τοῦ Κηφᾶ», «Ἐγὼ τοῦ Χριστοῦ».
13 Μήπως ἔχει μοιρασθῆ ὁ Χριστός; Μήπως ὁ Παῦλος ἐσταυρώθηκε γιὰ σᾶς; Ἢ μήπως ἐβαπτισθήκατε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Παύλου;
14 Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸν ποὺ δὲν ἐβάπτισα κανένα ἀπὸ σᾶς παρὰ τὸν Κρίσπον καὶ τὸν Γάϊον,
15 διὰ νὰ μὴ μπορῇ νὰ πῇ κανεὶς ὅτι ἐβαπτισθήκατε εἰς τὸ δικό μου ὄνομα.
16 Ἐβάπτισα ἐπίσης καὶ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Στεφανᾶ. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐβάπτισα κανένα ἄλλον.
17 Ὁ Χρίστὸς δὲν μὲ ἔστειλε νὰ βαπτίζω, ἀλλὰ νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον, ὄχι μὲ σοφίαν ρητορικήν, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν δύναμίν του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ

18 Τὸ κήρυγμα περὶ τοῦ σταυροῦ σ’ ἐκείνους ποὺ χάνονται εἶναι μωρία, ἀλλὰ σ’ ἐμᾶς ποὺ σωζόμεθα εἶναι δύναμις Θεοῦ.
19 Διότι εἶναι γραμμένον: Θὰ ἐξαφανίσω τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν θὰ ἐκμηδενίσω.
20 Ποῦ εἶναι ὁ σοφός; Ποῦ ὁ γραμματεύς; Ποῦ ὁ συζητητὴς τοῦ κόσμου τούτου; Δὲν ἐμώρανε ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;
21 Διότι ἀφοῦ, κατὰ τὴν σοφίαν τοῦ Θεοῦ, ὁ κόσμος δὲν ἐγνώρισε μὲ τὴν σοφίαν του τὸν Θεόν, εὐδοκήμησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος νὰ σώσῃ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν.
22 Οἱ Ἰουδαῖοι θέλουν θαύματα, οἱ δὲ Ἕλληνες ζητοῦν σοφίαν,
23 ἐμεῖς ὅμως κηρύττομεν Χριστὸν σταυρωμένον, ὁ ὁποῖος εἰς μὲν τοὺς Ἰουδαίους εἶναι σκάνδαλον, εἰς δὲ τοὺς Ἕλληνας μωρία,
24 ἀλλὰ σ’ ἐκείνους ποὺ εἶναι καλεσμένοι, Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας, ὁ Χριστὸς εἶναι Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία.
25 Διότι ἐκεῖνο ποὺ θεωρεῖται θεία μωρία εἶναι σοφώτερον ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐκεῖνο ποὺ θεωρεῖται ἀδυναμία τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατώτερον ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν ἀνθρώπων.
26 Παρατηρήσατε, ἀδελφοί, ποιοί εἶσθε σεῖς ποὺ ὁ Θεὸς ἐκάλεσε. Δὲν ὑπάρχουν μεταξύ σας πολλοὶ σοφοὶ κατ’ ἄνθρωπον, οὔτε πολλοὶ δυνατοί, οὔτε πολλοὶ εὐγενεῖς τὴν καταγωγήν,
27 ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ὁ κόσμος θεωρεῖ μωροὺς ἐδιάλεξε ὁ Θεὸς διὰ νὰ καταισχύνῃ τοὺς σοφούς,, καὶ τοὺς ἀδύνατους κατὰ κόσμον ἐδιάλεξε ὁ Θεός, διὰ νὰ καταισχύνῃ τοὺς δυνατούς,
28 καὶ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ταπεινὴν καταγωγὴν κατὰ κόσμον καὶ τοὺς περιφρονεμένους ἐδιάλεξε ὁ Θεὸς, ἀκόμη καὶ πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν διὰ νὰ καταργήσῃ ἐκεῖνα ποὺ ὑπάρχουν·
29 ὥστε νὰ μὴ καυχηθῇ κανεὶς ἄνθρωπος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
30 Χάρις σ’ αὐτὸν εἶσθε σεῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἔκανε σοφίαν μας, δικαίωσίν μας καὶ ἁγιασμὸν καὶ ἀπολύτρωσιν.
31 Ὥστε, καθὼς εἶναι γραμμένον: Ἐκεῖνος ποὺ καυχᾶται, ἂς καυχᾶται διὰ τὸν Κύριον.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2

Φιλοσοφία καὶ ἀποκάλυψις

1 Διὰ τοῦτο, ὅταν ἦλθα σ’ ἐσᾶς, ἀδελφοί, σᾶς ἐκήρυξα τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ, ὄχι μὲ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας.
2 Ἀπεφάσισα νὰ μὴ γνωρίζω τίποτε ἄλλο, ὅταν ἤμουν μεταξὺ σας, παρὰ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ αὐτὸν σταυρωμένον.
3 Καὶ ἦλθα σ’ ἐσᾶς, αἰσθανόμενος ἀδυναμίαν καὶ φόβον καὶ πολὺ τρόμον.
4 Καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου δὲν ἔγιναν μὲ πειστικοὺς λόγους ἀνθρωπίνης σοφίας, ἀλλὰ μὲ πειθὼ Πνεύματος καὶ δυνάμεως,
5 διὰ νὰ μῆν εἶναι ἡ πίστις σας θεμελιωμένη ἐπάνω εἰς τῆν σοφίαν τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ εἰς τῆν δύναμιν τοῦ Θεοῦ.
6 Εἰς τοὺς ὡρίμους ὅμως κηρύττομεν καὶ σοφίαν, ἀλλὰ σοφίαν ὄχι τοῦ κόσμου αὐτοῦ, οὔτε τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι βαίνουν πρὸς τὸ τέλος τους,
7 ἀλλὰ κηρύττομεν μυστικὴν σοφίαν τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦτο κρυμμένη καὶ τὴν ὁποίαν προώρισε ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων πρὸς δόξαν μας.
8 Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τοῦ κόσμου αὐτοῦ δὲν τὴν ἐγνώρισε· ἐὰν τὴν εἶχαν γνωρίσει, δὲν θὰ ἐσταύρωναν τὸν Κύριον τῆς δόξης.
9 Ἀλλὰ, καθὼς εἶναι γραμμένον, Ἐκεῖνα ποὺ μάτι δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν ἄκουσε καὶ νοῦς ἀνθρώπου δὲν συνέλαβε, ἐκεῖνα ποὺ ἐτοίμασε ὁ Θεὸς δι’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν.
10 Σ’ ἐμᾶς ὁ Θεὸς τὰ ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματός του, διότι τὸ Πνεῦμα τὰ ἐρευνᾶ ὅλα, ἀκόμη καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ.
11 Ποιός ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ξέρει τὶ εἶναι ὁ ἄνθρωπος παρὰ μόνον τὸν πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι μέσα του; Ἔτσι καὶ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς κανεὶς δὲν τὸ ξέρει παρὰ μόνον τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
12 Ἐμεῖς δὲν ἐλάβαμε τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ νὰ γνωρίσωμεν ἐκεῖνα ποὺ μᾶς ἐχαρίσθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν.
13 Γι’ αὐτὰ μιλᾶμε, ὄχι μὲ λόγους ποὺ μᾶς τοὺς ἐδίδαξε ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλὰ μὲ λόγους ποὺ τοὺς ἐδίδαξε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἑρμηνεύοντες πνευματικὰ πράγματα εἰς πνευματικοὺς ἀνθρώπους.
14 Ὁ φυσικὸς ἄνθρωπος δὲν δέχεται ὅσα προέρχονται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, διότι γι’ αὐτὸν εἶναι μωρία· δὲν μπορεῖ νὰ τὰ καταλάβῃ, διότι πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν πνευματικῶς.
15 Ἀλλ’ ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος κρίνει ὅλα τὰ πράγματα, ὁ ἴδιος ὅμως δὲν κρίνεται ἀπὸ κανέναν. Διότι,
16 Ποιός ἐγνώρισε τὴν σκέψιν τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ τὸν διδάξῃ; Ἐμεῖς ὅμως ἔχομεν νοῦν Χριστοῦ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3

Κατακρίνεται τὸ χωριστικὸν πνεῦμα

1 Καὶ ἐγὼ, αδελφοί, δὲν μπόρεσα νὰ σᾶς μιλήσω ὅπως θὰ ἥρμοζε σὲ πνευματικοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ὅπως ἥρμοζε σὲ γηΐνους, σὲ νήπια ἐν Χριστῷ.
2 Γάλα σᾶς ἐπότισα καὶ ὄχι στερεὰν τροφήν, διότι ἀκόμη δὲν μπορούσατε νὰ τὴν δεχθῆτε. Ἀλλ’ οὔτε καὶ τώρα ἀκόμη μπορεῖτε, διότι ἀκόμη εἶσθε γήϊνοι.
3 Ὅταν ὑπάρχῃ μεταξύ σας ζηλοτυπία καὶ φιλονεικία καὶ διαίρεσις, δὲν εἶσθε γήϊνοι καὶ δὲν φέρεσθαι σὰν κοινοὶ ἄνθρωποι;
4 Διότι ὅταν ὁ ἕνας λέγῃ: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου» καὶ ὁ ἄλλος: «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Ἀπολλώ», δὲν εἶσθε κοινοὶ ἄνθρωποι;
5 Τί εἶναι ἐπὶ τέλους ὁ Παῦλος; Τί εἶναι ὁ Ἀπολλώς, παρὰ ὑπηρέται διὰ τῶν ὁποίων ἐπιστέψατε καὶ ὅπως ὁ Κύριος ἔδωκε εἰς τὸν καθένα;
6 Ἐγὼ ἐφύτεψα, ὁ Ἀπολλὼς ἐπότισε, ὁ Θεὸς ὅμως ἔδινε τὴν αὔξησιν.
7 Ὥστε, οὔτε ἐκεῖνος ποὺ φυτεύει εἶναι τίποτε οὔτε ἐκεῖνος ποὺ ποτίζει, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ποὺ δίνει τὴν αὔξησιν.
8 Ἐκεῖνος ποὺ φυτεύει καὶ ἐκεῖνος ποὺ ποτίζει εἶναι τὸ ἴδιο, ἀλλ’ ὁ καθένας θὰ πάρῃ τὸν δικόν του μισθὸν σύμφωνα μὲ τὸν δικόν του κόπον.
9 Ἐμεῖς εἴμεθα συνεργάται τοῦ Θεοῦ, καὶ σεῖς εἶσθε χωράφι τοῦ Θεοῦ, οἰκοδομὴ τοῦ Θεοῦ.

Καθήκοντα τῶν διδασκάλων

10 Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ποὺ μοῦ ἐδόθηκε, σὰν σοφὸς ἀρχιτέκτων ἐγὼ ἔβαλα θεμέλιον, ἄλλος δὲ κτίζει τὴν οἰκοδομήν. Ὁ καθένας ἂς προσέχῃ μὲ ποιὸν τρόπον οἰκοδομεῖ.
11 Ἄλλο θεμέλιον κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ βάλῃ παρὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τεθῆ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
12 Ἐὰν κανεὶς κτίζῃ ἐπάνω εἰς τὸ θεμέλιον αὐτὸ χρυσάφι, ἀσῆμι, πολυτίμους λίθους, ξύλα, χορτάρι, καλάμια, τοῦ καθενὸς τὸ ἔργον θὰ γίνῃ φανερόν·
13 ἡ Ἡμέρα θὰ τὸ φανερώσῃ, διότι ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἀποκαλύπτεται μὲ φωτιὰ καὶ ἡ φωτιὰ θὰ δοκιμάσῃ τί εἴδους ἔργον ἔκανε ὁ καθένας.
14 Ἐὰν τὸ ἔργον ποὺ ἔκτισε ἕνας μείνῃ, αὐτὸς θὰ ἀνταμειφθῇ.
15 Ἐὰν κάποιου τὸ ἔργον καῇ, θὰ ὑποστῇ ζημίαν, ὁ ἴδιος ὅμως θὰ σωθῇ, ἀλλὰ κατὰ τέτοιον τρόπον ὅπως σώζεται κανεὶς ἀπὸ πυρκαϊάν.
16 Δὲν ξέρετε ὅτι εἶσθε ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα σας;
17 Ἐὰν καταστρέφῃ κανεὶς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν καταστρέψῃ ὁ Θεός, διότι ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἅγιος, καὶ ὁ ναὸς αὐτὸς εἶσθε σεῖς.
18 Κανεὶς ἂς μὴ ἀπατᾷ τὸν ἑαυτόν του. Ἐὰν κανεὶς μεταξύ σας φαντάζεται τὸν ἑαυτόν του σοφόν, κατὰ τὸν κόσμον τοῦτον, ἂς γίνῃ μωρός, διὰ νὰ γίνῃ σοφός.
19 Διότι ἡ σοφία τοῦ κόσμου τούτου εἶναι μωρία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Εἶναι γραμμένον, Ἐκεῖνος ποὺ πιάνει τοὺς σοφοὺς εἰς τὴν πανουργίαν τους·
20 καὶ πάλιν, Ὁ Κύριος γνωρίζει ὅτι οἱ σκέψεις τῶν σοφῶν εἶναι κούφιες.
21 Ὥστε, κανεὶς ἂς μὴ καυχᾶται δι’ ἀνθρώπους,
22 διότι ὅλα δικά σας εἶναι, εἴτε ὁ Παῦλος εἴτε ὁ Ἀπολλὼς εἴτε ὁ Κηφᾶς εἴτε ὁ κόσμος εἴτε ἡ ζωὴ εἴτε ὁ θάνατος εἴτε τὰ τωρινὰ εἴτε τὰ μέλλοντα, ὅλα εἶναι δικά σας,
23 καὶ σεῖς εἶσθε τοῦ Χριστοῦ, ὁ δὲ Χριστὸς τοῦ Θεοῦ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4

Οἱ ἀπόστολοι καὶ τὰ καθήκοντά των ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ

1 Ἔτσι πρέπει νὰ μᾶς θεωροῦν οἱ ἄνθρωποι, σὰν ὑπηρέτας τοῦ Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους μυστηρίων τοῦ Θεοῦ.
2 Ἐκεῖνο δὲ ποὺ ἀπαιτεῖται ἀπὸ τοὺς οἰκονόμους εἶναι νὰ βρεθοῦν πιστοί.
3 Ὡς πρὸς ἐμέ, μοῦ εἶναι ὅλως ἀδιάφορον νὰ κριθῶ ἀπὸ σᾶς ἢ ἀπὸ ἀνθρώπινον δικαστήριον, ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ θὰ κρίνω τὸν ἑαυτόν μου·
4 διότι δὲν αἰσθάνομαι τίποτε κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ δὲν εἶμαι δικαιωμένος· ἐκεῖνος ποὺ μὲ κρίνει εἶναι ὁ Κύριος.
5 Ὥστε μὴ κρίνετε τίποτε πρὶν ἀπὸ τὸν ὡρισμένον καιρόν, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ στὸ φῶς τὰ πράγματα ποὺ κρύβονται στὸ σκοτάδι καὶ θὰ φανερώσῃ τὰς σκέψεις τῶν καρδιῶν· τότε ὁ καθένας θὰ πάρῃ τὸν ἔπαινόν του ἀπὸ τὸν Θεόν.
6 Αὐτά, ἀδελφοί, ἐφήρμοσα εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ εἰς τὸν Ἀπολλὼ πρὸς χάριν σας, διὰ νὰ διδαχθῆτε μὲ τὸ παράδειγμά μας αὐτό, νὰ μὴ φρονῆτε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἶναι γραμμένον, διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύεσθε ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἔναντι τοῦ ἄλλου.
7 Διότι ποιὸς σοῦ δίνει ὑπεροχήν; Τί ἔχεις ποὺ νὰ μὴ τὸ ἔλαβες; Καὶ ἐὰν τὸ ἔλαβες, γιατὶ καυχᾶσαι σὰν νὰ μὴ τὸ εἶχες λάβει;
8 Τώρα πιὰ εἶσθε χορτασμένοι, τώρα πιὰ ἔχετε γίνει πλούσιοι, χωρὶς ἐμᾶς ἐγίνατε βασιλεῖς – καὶ εἴθε νὰ εἴχατε γίνει βασιλεῖς, διὰ νὰ εἴμεθα καὶ ἐμεῖς βασιλεῖς μαζί σας.
9 Διότι μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Θεὸς ἄφησε ἐμᾶς τοὺς ἀποστόλους νὰ ἐμφανισθοῦμε τελευταῖοι, σὰν καταδικασμένοι εἰς θάνατον, διότι ἐγίναμε θέαμα εἰς τὸν κόσμον, εἰς τοὺς ἀγγέλους καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
10 Ἐμεῖς θεωρούμεθα μωροὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ, σεῖς φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἐμεῖς ἀδύνατοι, σεῖς δυνατοί· σεῖς ἔνδοξοι, ἐμεῖς ἄσημοι.
11 Ἕως αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ πεινᾶμε καὶ διψᾶμε, εἴμεθα κακοντυμένοι, δεχόμεθα ραπίσματα, διάγομεν βίον πλανόδιον,
12 κοπιάζομεν ἐργαζόμενοι μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια. Ὅταν μᾶς βρίζουν, εὐλογοῦμεν, ὅταν μᾶς διώκουν, δείχνομεν ἀνοχήν·
13 ὅταν μᾶς συκοφαντοῦν, μιλᾶμε εὐγενικά. Ἐγίναμε σὰν σκουπίδια τοῦ κόσμου· κάθαρμα ὅλων ἕως τὴν στιγμὴν αὐτήν.

Πατρικαὶ νουθεσίαι καὶ προτροπαί

14 Δὲν γράφω αὐτὰ διὰ νὰ σᾶς ντροπιάσω, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς συμβουλεύσω σὰν παιδιά μου ἀγαπητά.
15 Διότι ἂν καὶ μπορῇ νὰ ἔχετε χιλιάδες παιδαγωγοὺς ἐν Χριστῷ, δὲν ἔχετε πολλοὺς πατέρας, διότι ἐγὼ σᾶς ἐγέννησα ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου.
16 Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ γίνεσθε μιμηταί μου.
17 Διὰ τοῦτο σᾶς ἔστειλα τὸν Τιμόθεον, τὸ ἀγαπητὸ καὶ πιστὸ παιδί μου ἐν Κυρίῳ, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς θυμίσῃ τὰς διδασκαλίας μου ἐν Χριστῷ, καθὼς τὰς διδάσκω παντοῦ εἰς κάθε ἐκκλησίαν.
18 Μερικοὶ ὅμως ὑπερηφανεύθησαν, σὰν νὰ μὴ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθω σ’ ἐσᾶς.
19 Θὰ ἔλθω γρήγορα σ’ ἐσᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ θὰ προσέξω ὄχι τί λέγουν οἱ ὑπερήφανοι ἀλλὰ τὴν δύναμιν ποὺ ἔχουν.
20 Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ζήτημα ὁμιλίας ἀλλὰ δυνάμεως.
21 Τί θέλετε; Νὰ ἔλθω σ’ ἐσᾶς μὲ ραβδὶ ἢ μὲ ἀγάπην καὶ πνεῦμα πραότητος;

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5

Περίπτωσις βαρείας ἀνηθικότητος

1 Γενικά ἀκούεται ὅτι ὑπάρχει μεταξύ σας πορνεία καὶ τέτοια πορνεία, ποὺ δὲν ὑπάρχει οὔτε μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν, ὥστε κάποιος νὰ ἔχῃ γυναῖκα τὴν γυναῖκα τοῦ πατέρα του.
2 Καὶ σεῖς εἶσθε φουσκωμένοι ἀπὸ ὑπερηφάνειαν καὶ δὲν ἐπενθήσατε μᾶλλον διὰ νὰ ἐκλείψῃ ἐκ μέσου σας ἐκεῖνος ποὺ ἔκανε τὴν πρᾶξιν αὐτήν.
3 Ἐγὼ ἀπὼν μὲν κατὰ τὸ σῶμα, παρὼν δὲ κατὰ τὸ πνεῦμα, ἔχω ἤδη, σὰν νὰ ἤμουν παρὼν, κρίνει ἐκεῖνον ποὺ ἔκανε αὐτὴν τὴν πρᾶξιν.
4 Μαζευθῆτε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματός μου, καὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
5 παραδώσατε τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν εἰς τὸν Σατανᾶν πρὸς καταστροφὴν τῆς σαρκός, διὰ νὰ σωθῇ τὸ πνεῦμά του κατὰ τὴν Ἡμέραν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
6 Δὲν εἶναι καλὴ ἡ καυχησιολογία σας. Δὲν ξέρετε ὅτι λίγο προζύμι ζυμώνει ὅλο τὸ ζυμάρι;
7 Πετάξτε λοιπὸν τὸ παληὸ προζύμι, διὰ νὰ γίνετε νέο ζυμάρι, ἀφοῦ εἶσθε χωρὶς προζύμι. Διότι καὶ ὁ πασχαλινὸς ἀμνός μας, ὁ Χριστός, γιὰ μᾶς ἐθυσιάσθηκε.
8 Ὥστε ἂς ἑορτάζωμεν ὄχι μὲ τὸ παληὸ προζύμι, οὔτε μὲ τὸ προζύμι κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλὰ μὲ ἄζυμα εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας.
9 Σᾶς ἔγραψα εἰς τὴν ἐπιστολὴν νὰ μὴ συναναστρέφεστε μὲ πόρνους,
10 ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦσα ἐν γένει τοὺς πόρνους τοῦ κόσμου αὐτοῦ ἢ τοὺς πλεονέκτας ἢ τοὺς ἅρπαγας ἢ τοὺς εἰδωλολάτρας, διότι τότε θὰ ἔπρεπε νὰ φύγετε ἀπὸ τὸν κόσμον.
11 Μᾶλλον σᾶς ἔγραψα νὰ μὴ συναναστρέφεστε κάποιον ποὺ ὀνομάζεται ἀδελφός, ἐὰν εἶναι πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ ὑβριστὴς ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, μὲ τὸν τοιοῦτον οὔτε νὰ συντρώγετε.
12 Διότι ποιάν ἀρμοδιότητα ἔχω νὰ κρίνω τοὺς ἔξω; Ἐκείνους ποὺ εἶναι μέσα δὲν τοὺς κρίνετε σεῖς;
13 Τοὺς ἔξω θὰ τοὺς κρίνῃ ὁ Θεός. Βγάλτε τὸν κακὸν ἀπὸ ἀνάμεσά σας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6

Ἀντιδικίαι μεταξὺ χριστιανῶν

1 Τολμᾶ κανεὶς ἀπὸ σᾶς, ὅταν ἔχῃ κάποιαν διαφορὰν μὲ ἄλλον, νὰ κρίνεται ἀπὸ ἐθνικοὺς δικαστὰς καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς ἁγίους;
2 Δὲν ξέρετε ὅτι οἱ ἅγιοι θὰ κρίνουν τὸν κόσμον; Καὶ ἐὰν ὁ κόσμος θὰ κριθῇ ἀπὸ σᾶς, δὲν εἶσθε ἄξιοι νὰ κρίνετε ἀσημάντους ὑποθέσεις;
3 Δὲν ξέρετε ὅτι θὰ κρίνωμεν ἀγγέλους, πόσον μᾶλλον κοσμικὰς ὑποθέσεις;
4 Ἐὰν λοιπὸν ἔχετε κοσμικὰς ὑποθέσεις, βάζετε δικαστὰς τοὺς πιὸ ἐξευτελισμένους, εἰς τὴν ἐκκλησίαν;
5 Πρὸς ἐντροπήν σας τὸ λέγω. Δὲν ὑπάρχει μεταξύ σας οὔτε ἕνας συνετὸς ποὺ νὰ μπορέσῃ νὰ κρίνῃ μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν του,
6 ἀλλὰ ἀδελφὸς δικάζεται μὲ ἀδελφὸν καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀπίστους;
7 Καὶ μόνον τὸ ὅτι ἔχετε δίκες μεταξύ σας δὲν εἶναι πρὸς τιμήν σας. Διατὶ νὰ μὴ ἀδικῆσθε μᾶλλον; Διατὶ δὲν ἀφήνετε μᾶλλον νὰ διαρπάζεσθε;
8 Ἀλλ’ ἀπεναντίας σεῖς ἀδικεῖτε καὶ διαρπάζετε καὶ μάλιστα ἀδελφούς;
9 Δὲν ξέρετε ὅτι οἱ ἄδικοι δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοί, οὔτε θηλυπρεπεῖς, οὔτε ἀρσενοκοῖται,
10 οὔτε πλεονέκται, οὔτε κλέπται, οὔτε μέθυσοι, οὔτε ὑβρισταί, οὔτε ἄρπαγες θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
11 Τέτοιοι εἴσαστε μερικοί, ἀλλὰ ἐλουσθήκατε, ἁγιασθήκατε, ἐλάβατε δικαίωσιν διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μας.

Ἡ ἀνηθικότης δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν χριστιανικὴν ζωήν

12 Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται ἀλλὰ δὲν συμφέρουν ὅλα. Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ ἀφήσω τὸν ἑαυτόν μου νὰ ἐξουσιασθῇ ἀπὸ τίποτε.
13 Τὰ φαγητὰ εἶναι γιὰ τὴν κοιλιά, καὶ ἡ κοιλιὰ γιὰ τὰ φαγητά· ὁ Θεὸς θὰ καταργήσῃ καὶ αὐτὴν καὶ ἐκεῖνα. Ἀλλὰ τὸ σῶμα δὲν εἶναι διὰ τὴν πορνείαν· εἶναι διὰ τὸν Κύριον καὶ ὁ Κύριος διὰ τὸ σῶμα.
14 Ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἀνέστησε καὶ ἐμᾶς θὰ ἀναστήσῃ διὰ τῆς δυνάμεώς του.
15 Δὲν ξέρετε ὅτι τὰ σώματά σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Νὰ πάρω λοιπὸν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὰ κάνω μέλη πόρνης; Μὴ γένοιτο.
16 Δὲν ξέρετε ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσκολλᾶται εἰς τὴν πόρνην εἶναι ἕνα σῶμα μὲ αὐτήν; Διότι θὰ γίνουν, λέγει, οἱ δύο μία σάρκα.
17 Ἐκεῖνος δὲ ποὺ προσκολλᾶται εἰς τὸν Κύριον εἶναι ἕνα πνεῦμα μὲ αὐτόν.
18 Ἀποφεύγετε τὴν πορνείαν. Κάθε ἄλλο ἁμάρτημα ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα, ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πορνεύει, ἁμαρτάνει πρὸς τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα.
19 Ἢ δὲν ξέρετε ὅτι τὸ σῶμά σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ εἶναι μέσα σας, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ δὲν ἀνήκετε εἰς τοὺς ἑαυτούς σας;
20 Ἔχετε ἀγορασθῆ ἀντὶ τιμήματος. Δοξάσατε λοιπὸν τὸν Θεὸν διὰ τοῦ σώματός σας καὶ διὰ τοῦ πνεύματός σας, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὸν Θεόν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7

Προβλήματα ποὺ ἀφοροῦν τὸν γάμον, τὴν ἀγαμίαν καὶ τὸ διαζύγιον

1 Ἀναφορικῶς πρὸς ἐκεῖνα ποὺ μοῦ ἐγράψατε, καλὸν εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ μὴ ἐγγίζῃ γυναῖκα.
2 Ἀλλὰ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς πορνείας, ὁ καθένας ἂς ἔχῃ τὴν γυναῖκά του καὶ κάθε μία ἂς ἔχῃ τὸν δικόν της ἄνδρα.
3 Ἂς παρέχῃ ὁ ἄνδρας εἰς τὴν γυναῖκα ὅ,τι τῆς ὀφείλεται, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυναῖκα εἰς τὸν ἄνδρα.
4 Ἡ γυναῖκα δὲν ἐξουσιάζει τὸ δικό της σῶμα· τὸ ἐξουσιάζει ὁ ἄνδρας. Ὁμοίως καὶ ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸ δικό του σῶμα· τὸ ἐξουσιάζει ἡ σύζυγος.
5 Μὴ στερεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἐκτὸς ἐὰν γίνῃ ἀπὸ συμφώνου προσωρινῶς, διὰ νὰ ἀφιερωθῆτε εἰς τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχὴν καὶ πάλιν νὰ σμίγετε μαζί, διὰ νὰ μὴ σᾶς πειράζῃ ὁ Σατανᾶς ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας σας νὰ συγκρατηθῆτε.
6 Αὐτὸ δὲ τὸ λέγω κατὰ συγκατάβασιν, ὄχι ὡς διαταγήν.
7 Θὰ ἤθελα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι ὅπως εἶμαι ἐγώ, ἀλλ’ ὁ καθένας ἔχει ἰδιαίτερον χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ἕνας τοῦτο, ὁ ἄλλος ἐκεῖνο.
8 Εἰς τοὺς ἀγάμους καὶ εἰς τὰς χήρας λέγω, ὅτι εἶναι καλὸν γι’ αὐτούς, ἐὰν μείνουν ὅπως εἶμαι καὶ ἐγώ.
9 Ἀλλ’ ἐὰν δὲν μποροῦν νὰ μείνουν ἐγκρατεῖς, ἂς παντρευθοῦν· εἶναι καλύτερα νὰ παντρεύεται κανεὶς παρὰ νὰ καίεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν.
10 Εἰς τοὺς ἀγάμους παραγγέλλω, ὄχι ἐγὼ ἀλλ’ ὁ Κύριος: Ἡ γυναῖκα νὰ μὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸν ἄνδρα.
11 Ἀλλ’ ἐἂν χωρισθῇ, ἂς μείνῃ ἄγαμος ἢ ἂς συμφιλιωθῇ μὲ τὸν ἄνδρα της. Καὶ ὁ ἄνδρας νὰ μὴ ἀφήνῃ τὴν γυναῖκα του.
12 Εἰς τοὺς λοιποὺς λέγω ἐγώ, ὄχι ὁ Κύριος: Ἐὰν ἕνας ἀδελφὸς ἔχῃ γυναῖκα ἄπιστη καὶ αὐτὴ συγκατανεύῃ νὰ συγκατοικῆ μαζί του, ἂς μὴν τὴν ἀφίνῃ.
13 Καὶ ἐὰν μία γυναῖκα ἔχῃ ἄνδρα ἄπιστον καὶ αὐτὸς συγκατανεύῃ νὰ συγκατοικῇ μαζί της, ἂς μὴν τὸν ἀφίνῃ.
14 Διότι ὁ ἄνδρας ὁ ἄπιστος ἔχει ἁγιασθῆ διὰ τῆς γυναικὸς καὶ ἡ γυναῖκα ἡ ἄπιστη ἔχει ἁγιασθῆ διὰ τοῦ ἀνδρός. Ἀλλοιῶς, τὰ παιδιά σας θὰ ἦσαν ἀκάθαρτα, τώρα ὅμως εἶναι ἅγια.
15 Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἄπιστον μέλος θέλῃ νὰ χωρίσῃ, ἂς χωρίσῃ. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ὁ ἀδελφὸς ἢ ἡ ἀδελφὴ δὲν εἶναι δεσμευμένοι. Ὁ Θεὸς μᾶς ἐκάλεσε νὰ ζοῦμε εἰρηνικά.
16 Διότι ποῦ ξέρεις, γυναῖκα; Ἴσως σώσῃς τὸν ἄνδρα σου. Ποῦ ξέρεις, ἄνδρα; Ἴσως σώσῃς τὴν γυναῖκά σου.
17 Πάντως ὁ καθένας ἂς κανονίζῃ τὴν ζωήν του σύμφωνα μὲ τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ τὴν κατάστασίν του ὅταν τὸν ἐκάλεσε ὁ Κύριος. Αὐτὰς τὰς ἐντολὰς δίνω εἰς ὅλας τὰς ἐκκλησίας.
18 Ἐκλήθη κάποιος ἐνῷ ἦτο περιτμημένος; Ἂς μὴ ἀπαλείψῃ τὰ σημάδια τῆς περιτομῆς. Ἐκλήθῃ κάποιος ἐνῷ ἦτο ἐθνικός; Ἂς μὴ περιτμηθῇ.
19 Ἡ περιτομὴ δὲν εἶναι τίποτε καὶ ἡ μὴ περιτομὴ δὲν εἶναι τίποτε· ἀξίαν ἔχει ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
20 Ὁ καθένας εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ ἦτο ὅταν ἐκλήθη, εἰς αὐτὴν ἂς μένῃ.
21 Ἦσο δοῦλος, ὅταν ἐκλήθης; Μὴ σὲ μέλῃ, ἀλλ’ ἐὰν μπορεῖς νὰ γίνῃς ἐλεύθερος, ἐπωφελήσου μᾶλλον τῆς εὐκαιρίας.
22 Ἐκεῖνος ποὺ ἐκλήθη ἐν Κυρίῳ ὅταν ἦτο δοῦλος, εἶναι ἀπελεύθερος Κυρίου. Ὅμοίως ἐκεῖνος ποὺ ἐκλήθη ὅταν ἦτο ἐλεύθερος, εἶναι τώρα δοῦλος τοῦ Χριστοῦ.
23 Ἔχετε ἀγορασθῆ μὲ τίμημα· μὴ γίνεσθαι δοῦλοι ἀνθρώπων.
24 Ὁ καθένας εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ ἐκλήθη, ἀδελφοί, εἰς αὐτὴν ἂς μένῃ κοντὰ εἰς τὸν Θεόν.
25 Περὶ δὲ τῶν ἀγάμων, ἐντολὴν τοῦ Κυρίου δὲν ἔχω, ἀλλὰ γνώμην δίνω σὰν ἕνας ποὺ ἔχει ἐλεηθῆ ἀπὸ τὸν Κύριον καὶ εἶναι ἀξιόπιστος.
26 Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι καλὸν διὰ τοὺς σημερινοὺς δυσκόλους καιρούς, δηλαδὴ ὅτι εἶναι καλὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ μείνῃ ὅπως εἶναι.
27 Ἔχεις δεθῇ μὲ γυναῖκα; Μὴ ζητᾷς διάλυσιν. Εἶσαι ἐλεύθερος ἀπὸ γυναῖκα; Μὴ ζητᾷς γυναῖκα.
28 Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλθῃς εἰς γάμον, δὲν ἁμάρτησες, καὶ ἂν ἡ παρθένος ἔλθῃ εἰς γάμον δὲν ἁμάρτησε. Οἱ τοιοῦτοι ὅμως θὰ ὑποφέρουν εἰς τὴν ζωήν, ἐγὼ δὲ σᾶς λυποῦμαι.
29 Αὐτὸ ποὺ ἐννοῶ, ἀδελφοί, εἶναι ὅτι ὁ καιρὸς εἶναι περιωρισμένος, ὥστε εἰς τὸ ἑξῆς ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν γυναῖκα ἂς εἶναι σὰν νὰ μὴν ἔχουν, ἐκεῖνοι ποὺ κλαίουν σὰν νὰ μὴ κλαίουν,
30 ἐκεῖνοι ποὺ χαίρουν σὰν νὰ μὴ χαίρουν, ἐκεῖνοι ποὺ ἀγοράζουν σὰν νὰ μὴ κατέχουν,
31 ἐκεῖνοι ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὸν κόσμον σὰν νὰ μὴ ἀσχολοῦνται, διότι παρέρχεται ἡ μορφὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ.
32 Σᾶς θέλω νὰ εἶσθε ἐλεύθεροι ἀπὸ μέριμνες. Ὁ ἄγαμος μεριμνᾶ διὰ τὰ πράγματα τοῦ Κυρίου, πῶς νὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν Κύριον.
33 Ὁ ἔγγαμος μεριμνᾶ διὰ τὰ κοσμικὰ πράγματα, πῶς νὰ ἀρέσῃ εἰς τὴν γυναῖκά του, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του ἔχει μοιρασθῆ.
34 Ἡ ἄγαμος γυναῖκα καὶ ἡ παρθένος μεριμνᾶ διὰ τὰ πράγματα τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ εἶναι ἁγία καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα. Ἡ δὲ ἔγγαμος μεριμνᾶ διὰ τὰ κοσμικἂ πράγματα πῶς νὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν ἄνδρα.
35 Αὐτὸ σᾶς τὸ λέγω διὰ τὸ δικό σας συμφέρον, ὄχι διὰ νὰ σᾶς βάλω θηλειά, ἀλλὰ διὰ νὰ δείξετε καλὴν συμπεριφορὰν καὶ μείνετε στερεοὶ εἰς τὸν Κύριον, χωρὶς περισπασμούς.
36 Ἐὰν νομίζῃ κανεὶς ὅτι φέρεται ἀνάρμοστα πρὸς τὴν παρθένον του, ἐὰν εἶναι ἰσχυρῶν παθῶν, καὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἔτσι, τότε ἂς κάνῃ ἐκεῖνο ποὺ θέλει· δὲν ἁμαρτάνει· ἂς πανδρευθοῦν.
37 Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ εἶναι σταθερὸς εἰς τὴν καρδιά του καὶ δὲν εἶναι σὲ κατάσταση ἀνάγκης, ἀλλὰ εἶναι κύριος τῆς θελήσεώς του, καὶ ἔχει ἀποφασίσει μέσα εἰς τὴν καρδιά του τὸ νὰ κρατήσῃ τὴν παρθένον του ἄγαμον, κάνει καλά.
38 Ὥστε καὶ ἐκεῖνος ποὺ πανδρεύεται τὴν παρθένον του καλὰ κάνει, καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν τὴν πανδρεύεται κάνει καλύτερα.
39 Ἡ γυναῖκα εἶναι δεμένη ἀπὸ τὸν νόμον ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῆ ὁ ἄνδρας της, ἀλλ’ ἐὰν πεθάνῃ ὁ ἄνδρας της, εἶναι ἐλεύθερη νὰ πανδρευθῇ ὅποιον θέλει, ἀρκεῖ νὰ γίνῃ ἐν Κυρίῳ.
40 Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ εἶναι εὐτυχής, ἐὰν μείνῃ ὅπως εἶναι. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω Πνεῦμα Θεοῦ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8

Προβλήματα σχετικῶς μὲ τὰ εἰδωλόθυτα

1 Ὅσον ἀφορᾷ τὰ κρέατα ἀπὸ θυσίας ποὺ ἔχουν προσφερθῆ εἰς τὰ εἴδωλα, γνωρίζομεν ὅτι ὅλοι ἔχομεν γνῶσιν. Ἡ γνῶσις μᾶς κάνει νὰ φουσκώνουμε μὲ ὑπερηφάνειαν, ἡ ἀγάπη ὅμως οἰκοδομεῖ.
2 Ἐὰν νομίζῃ κανεὶς ὅτι γνωρίζει κάτι, δὲν ἔχει ἀκόμη γνωρίσει τίποτε, καθὼς πρέπει νὰ τὸ γνωρίζῃ.
3 Ἐὰν ὅμως ἀγαπᾷ κανεὶς τὸν Θεόν, αὐτὸς ἔχει γνωρισθῆ ἀπὸ τὸν Θεόν.
4 Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ τρώγωμεν κρέατα ἀπὸ θυσίας ποὺ ἔχουν προσφερθῆ εἰς τὰ εἴδωλα, γνωρίζομεν ὅτι κανένα εἴδωλον δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον πραγματικά, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος θεὸς ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἕνα.
5 Διότι καὶ ἂν ἀκόμη ὑπάρχουν, εἴτε εἰς τὸν οὐρανὸν εἴτε εἰς τὴν γῆν, λεγόμενοι θεοί – ὅπως πραγματικὰ ὑπάρχουν πολλοὶ θεοὶ καὶ κύριοι πολλοί –
6 γιὰ μᾶς ὅμως ἕνας Θεὸς ὑπάρχει, ὁ Πατήρ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον προέρχονται ὅλα καὶ ἐμεῖς ἀνήκομεν εἰς αὐτόν, καὶ ἕνας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα καὶ ἐμεῖς δι’ αὐτοῦ.

Πρόνοια διὰ τὴν ἀσθενῆ συνείδησιν ἀδελφοῦ

7 Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει εἰς ὅλους ἡ γνῶσις αὐτή. Μερικοί, ἐπειδὴ ἔχουν συνειθίσει τὰ εἴδωλα, ἀκόμη ἕως σήμερα, τὸ τρώγουν σὰν κρέας θυσίας καὶ ἡ συνείδησίς των, ἐπειδὴ εἶναι ἀσθενής, μολύνεται.
8 Ἐμᾶς δὲν μᾶς συνιστᾶ τὸ φαγητὸν εἰς τὸν Θεόν, διότι οὔτε ἐὰν φάγωμεν, ἔχομεν κανένα πλεονέκτημα, οὔτε ἐὰν δὲν φάγωμεν, χάνομεν τίποτε.
9 Προσέχετε ὅμως μήπως ἡ ἐλευθερία σας αὐτὴ γίνῃ αἰτία νὰ πέσουν οἱ ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν.
10 Ἐὰν κάποιος ἰδῇ ἐσένα ποὺ ἔχεις γνῶσιν, νὰ κάθεσαι εἰς τὸ τραπέζι ἑνὸς ναοῦ εἰδώλων, δὲν θὰ ἐνθαρρυνθῇ ἡ συνείδησίς του, ἐπειδὴ εἶναι ἀδύνατος εἰς τὴν πίστιν, εἰς τὸ νὰ τρώγῃ κρέατα τῶν θυσιῶν ποὺ προσφέρονται εἰς τὰ εἴδωλα;
11 Καὶ ἐξ αἰτίας τῆς γνώσεώς σου θὰ χαθῇ ὁ ἀδύνατος ἀδελφὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐπέθανε ὁ Χριστὸς.
12 Ἁμαρτάνοντες δὲ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ πληγώντες τὴν συνείδησίν των ποὺ εἶναι ἀδύνατη, ἁμαρτάνετε εἰς τὸν Χριστόν.
13 Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν φαγητὸν κάνῃ τὸν ἀδελφόν μου νὰ πέσῃ, δὲν θὰ φάγω κρέας ποτέ, διὰ νὰ μὴ γίνω αἰτία νὰ πέσῃ ὁ ἀδελφός μου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 9

Το παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου καὶ τὰ δικά του δικαιώματα

1 Δὲν εἶμαι ἀπόστολος; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος; Δὲν εἶδα τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριόν μας; Δὲν εἶσθε σεῖς τὸ ἔργον μου ἐν Κυρίῳ;
2 Ἐὰν δι’ ἄλλους δὲν εἶμαι ἀπόστολος, εἶμαι τοὐλάχιστον γιὰ σᾶς, διότι σεῖς εἶσθε ἡ σφραγίδα τῆς ἀποστολῆς μου ἐν Κυρίῳ.
3 Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπεράσπισίς μου πρὸς ἐκείνους ποὺ μὲ ἐπικρίνουν.
4 Μήπως δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε;
5 Μήπως δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν νὰ περιφέρωμεν γυναῖκα χριστιανήν, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοί τοῦ Κυρίου καὶ ὁ Κῆφας;
6 Ἢ μόνον ἐγὼ καὶ ὁ Βαρνάβας δὲν ἔχομεν ἐξουσίαν νὰ μὴ ἐργαζώμεθα;
7 Ποιός ποτὲ ὑπηρετεῖ εἰς τὸν στρατὸν μὲ δικά του ἔξοδα; Ποιός φυτεύει ἀμπέλι καὶ δὲν τρώγει ἀπὸ τὸν καρπόν του; Ὴ ποιός βόσκει ποίμνην καὶ δὲν τρώγει ἀπὸ τὸ γάλα τῆς ποίμνης;
8 Μήπως τὰ λέγω αὐτὰ ἀνθρωπίνως σκεπτόμενος; Δὲν τὰ λέγει καὶ ὁ νόμος;
9 Εἰς τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως εἶναι γραμμένον, Δὲν θὰ κλείσῃς τὸ στόμα τοῦ βοδιοῦ ποὺ ἀλωνίζει.
10 Μήπως νοιάζεται ὁ Θεὸς γιὰ τὰ βόδια; Ἢ μιλεῖ ἀποκλειστικὰ γιὰ μᾶς; Πραγματικὰ γιὰ μᾶς εἶναι γραμμένον, διότι ἐκεῖνος ποὺ ὀργώνει τὴν γῆν, ὀφείλει μὲ ἐλπίδα νὰ ὀργώνῃ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἁλωνίζει, νὰ ἁλωνίζῃ μὲ ἐλπίδα ὅτι θὰ ἔχῃ μέρος τοῦ καρποῦ.
11 Ἐὰν ἐμεῖς ἐσπείραμεν σ’ ἐσᾶς τὰ πνευματικά, εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ἐὰν θερίσωμεν ἀπὸ σᾶς ὑλικὰ πράγματα;
12 Ἐὰν ἄλλοι χρησιμοποιοῦν τὸ δικαίωμα νὰ μετέχουν εἰς τὰ ἀγαθά σας, δὲν τὸ ἔχομεν ἐμεῖς περισσότερον; Δὲν ἐκάναμεν ὅμως χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ ὑπομένομεν ὅλα, διὰ νὰ μὴ φέρωμεν κανένα ἐμπόδιον εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.
13 Δὲν ξέρετε ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἐκτελοῦν τὴν λατρείαν τοῦ ναοῦ τρώγουν ἀπὸ τὸν ναόν, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ὑπηρετοῦν εἰς τὸ θυσιαστήριον, λαμβάνουν ἕνα μέρος ἀπὸ ὅσα προσφέρονται εἰς τὸ θυσιαστήριον;
14 Ἔτσι καὶ ὁ Κύριος διέταξε: ἐκεῖνοι ποὺ κηρύττουν τὸ εὐαγγέλιον νὰ ζοῦν ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιον.
15 Ἐγὼ ὅμως τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἐχρησιμοποίησα. Δὲν σᾶς τὸ γράφω αὐτό, διὰ νὰ γίνῃ τὸ ἴδιο καὶ σ’ ἐμέ. Μοῦ εἶναι προτιμότερον νὰ πεθάνω παρὰ νὰ ματαιώσῃ κανεὶς τὸ καύχημά μου.
16 Ἐὰν κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον, αὐτὸ δὲν μοῦ δίνει λόγον νὰ καυχῶμαι. Διότι μοῦ ἐπιβάλλεται ἀναγκαίως νὰ τὸ κάνω. Ἀλοίμονόν μου, ἐὰν δὲν κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον.
17 Διότι ἐὰν τὸ κάνω ἀπὸ δικήν μου θέλησιν, θὰ ἀνταμειφθῶ, ἀλλ’ ἐὰν ὄχι ἀπὸ δικήν μου θέλησιν, τότε εἶμαι ἐμπιστευμένος μὲ ὑπηρεσίαν.
18 Ποιός εἶναι λοιπὸν ὁ μισθός μου; Τὸ νὰ κάνω ἀδάπανον τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, ὅταν τὸ κηρύττω, καὶ νὰ μὴ χρησιμοποιήσω τὸ δικαίωμα ποὺ μοῦ δίνει τὸ εὐαγγέλιον.

Ὁ ζῆλος του διὰ νὰ κερδηθοῦν ψυχαὶ εἰς τὸν Χριστόν

19 Ἂν καὶ εἶμαι ἐλεύθερος ἔναντι ὅλων, ὑπεδούλωσα τὸν ἑαυτόν μου εἰς ὅλους διὰ νὰ κερδίσω τοὺς περισσοτέρους,
20 καὶ ἔγινα εἰς τοὺς Ἰουδαίους σὰν Ἰουδαῖος διὰ νὰ κερδίσω Ἰουδαίους, εἰς ἐκείνους ποὺ ἦσαν ὑπὸ τὸν νόμον, ἔγινα σὰν νὰ ἤμουν ὑπὸ τὸν νόμον διὰ νὰ κερδίσω ἐκείνους ποὺ ἦσαν ὑπὸ τὸν νόμον,
21 καὶ ἐκείνους ποὺ ἦσαν ἔξω ἀπὸ τὸν νόμον σὰν νὰ ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸν νόμον – ἂν καὶ δὲν εἶμαι ἔξω ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ εἶμαι μέσα εἰς τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ – διὰ νὰ κερδίσω τοὺς ἔξω ἀπὸ τὸν νόμον.
22 Εἰς τοὺς ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν ἔγινα σὰν ἀσθενὴς διὰ νὰ κερδίσω τοὺς ἀσθενεῖς, εἰς πάντας ἔγινα τὰ πάντα ὥστε μὲ κάθε τρόπον νὰ σώσω μερικούς.
23 Ὅλα αὐτὰ τὰ κάνω χάριν τοῦ εὐαγγελίου, διὰ νὰ γίνω συμμέτοχος εἰς αὐτό.

Ἡ προσπάθεια ποὺ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν νίκην

24 Δὲν ξέρετε ὅτι οἱ δρομεῖς εἰς τὸ στάδιον τρέχουν μὲν ὅλοι, ἀλλὰ ἕνας παίρνει τὸ βραβεῖον; Νὰ τρέχετε κατὰ τέτοιον τρόπον ὥστε νὰ νικήσετε.
25 Καθένας ποὺ ἀγωνίζεται ἐγκρατεύεται εἰς ὅλα. Ἐκεῖνοι μὲν διὰ νὰ πάρουν στεφάνι φθαρτόν, ἐμεῖς δὲ ἄφθαρτον.
26 Ἐγὼ τρέχω ὄχι ἄσκοπα, πυγμαχῶ ὄχι σὰν νὰ γρονθοκοπῶ τὸν ἀέρα,
27 ἀλλὰ σκληραγωγῶ τὸ σῶμά μου καὶ τὸ μεταχειρίζομαι σᾶν δοῦλον ἀπὸ φόβον μήπως, ἐνῷ εἰς ἄλλους ἐκήρυξα, ἐγὼ ὁ ἴδιος θεωρηθῶ ἀποτυχών.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 10

Παραδειγματισμὸς ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν

1 Θέλω νὰ ξέρετε, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες μας ἦσαν ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴν νεφέλην καὶ ὅλοι ἐπέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν θάλασσαν,
2 καὶ ὅλοι ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸν Μωϋσῆν μέσα εἰς τὴν νεφέλην καὶ εἰς τὴν θάλασσαν,
3 καὶ ὅλοι ἔφαγαν τὴν ἴδια πνευματικὴν τροφήν,
4 καὶ ὅλοι ἤπιαν τὸ ἴδιο πνευματικὸν ποτόν. Διόρι ἔπιναν ἀπὸ πνευματικὴν πέτραν ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσε, ἡ δὲ πέτρα ἦτο ὁ Χριστός.
5 Καὶ ὅμως μὲ τοὺς περισσοτέρους ἀπὸ αὐτοὺς ὁ Θεὸς δὲν εὐαρεστήθηκε· διὰ τοῦτο ἐστρώθησαν κατὰ γῆς εἰς τὴν ἔρημον.
6 Αὐτὰ τὰ γεγονότα εἶναι παραδείγματα γιὰ μᾶς, διὰ νὰ μὴ ἐπιθυμοῦμε τὰ κακά, ὅπως ἐκεῖνοι ἐπεθύμησαν.
7 Μὴ γίνεσθε εἰδωλολάτραι καθὼς μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, ὅπως εἶναι γραμμένον, Ἐκάθησεν ὁ λαὸς νὰ φάγῃ καὶ νὰ πιῇ καὶ ἐσηκώθησαν νὰ διασκεδάσουν.
8 Οὔτε νὰ πορνεύωμεν καθὼς μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπόρνευσαν καὶ ἔπεσαν σὲ μία ἡμέρα εἴκοσι τρεῖς χιλιάδες.
9 Οὔτε νὰ πειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καὶ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπείραξαν καὶ ἐθανατώθηκαν ἀπὸ τὰ φίδια.
10 Οὔτε νὰ γογγύζετε, καθὼς μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐγόγγυσαν καὶ ἐθανατώθηκαν ἀπὸ τὸν ἐξολοθρευτήν.
11 Ὅλα δὲ αὐτὰ ποὺ συνέβαιναν εἰς ἐκείνους, ἦσαν συμβολικὰ καὶ ἐγράφησαν διὰ νὰ νουθετήσουν ἐμᾶς, εἰς τοὺς ὁποίους ἔφθασε τὸ τέλος τῶν αἰώνων.
12 Ὥστε ἐκεῖνος ποὺ νομίζει ὅτι στέκεται, ἂς προσέξῃ μήπως πέσῃ.
13 Δὲν σᾶς ἔχει καταλάβει δοκιμασία μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν συνήθη σὲ ἀνθρώπους. Ὁ Θεὸς εἶναι πιστὸς καὶ δὲν θὰ σᾶς ἀφήσῃ νὰ δοκιμασθῆτε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι μπορεῖτε νὰ βαστάξετε, ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴν δοκιμασίαν θὰ δώσῃ καὶ τὴν διέξοδον, διὰ νὰ μπορέσετε νὰ βαστάξετε.

Ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρείαν

14 Διὰ τοῦτο, ἀγαπητοί μου, ἀποφεύγετε τὴν εἰδωλολατρείαν.
15 Μιλῶ σὰν σὲ φρονίμους ἀνθρώπους· κρίνατε σεῖς αὐτὸ ποὺ λέγω.
16 Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας, τὸ ὁποῖον εὐλογοῦμεν, δὲν εἶναι κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Ὁ ἄρτος, τὸν ὁποῖον κόπτομεν, δὲν εἶναι κοινωνία τοῦ σώματος του Χριστοῦ;
17 Ἐπειδὴ ἕνας εἶναι ὁ ἄρτος, καὶ ἐμεῖς οἱ πολλοὶ εἴμεθα ἕνας σῶμα, διότι ὅλοι ἀπὸ τὸν ἕνα ἄρτον μετέχομεν.
18 Προσέξατε τοὺς Ἰουδαίους. Ἐκεῖνοι ποὺ τρώγουν τὰς θυσίας δὲν εἶναι συμμέτοχοι εἰς τὸ θυσιαστήριον;
19 Τί ἐννοῶ λοιπόν; Ὅτι τὸ εἴδωλον εἶναι κάτι; Ἢ ὅτι τὸ κρέας τῶν θυσιῶν εἰς τὰ εἴδωλα εἶναι κάτι;
20 Ὄχι, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ τὰ ἔθνη θυσιάζουν, τὸ θυσιάζουν εἰς τὰ δαιμόνια καὶ ὄχι εἰς τὸν Θεόν· δὲν θέλω δὲ νὰ ἔχετε ἐπικοινωνίαν μὲ τὰ δαιμόνια.
21 Δὲν μπορεῖτε νὰ πίνετε τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου καὶ τὸ ποτήριον τῶν δαιμονίων. Δὲν μπορεῖτε νὰ μετέχετε εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὴν τράπεζαν τῶν δαιμονίων.
22 Ἢ μήπως θέλομεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν ζηλοτυπίαν τοῦ Κυρίου; Μήπως εἴμεθα ἰσχυρότεροι ἀπὸ αὐτόν;
23 Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ ὅλα δὲν συμφέρουν. Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ ὅλα δὲν εἶναι εποικοδομητικά.
24 Κανεὶς νὰ μὴ ζητῇ τὸ δικόν του συμφέρον, ἀλλὰ ὁ καθένας τὸ συμφέρον τοῦ ἄλλου.
25 Κάθε τι ποὺ πωλεῖτε εἰς τὸ κρεοπωλεῖον, τρώγετέ το, χωρὶς νὰ ἐξετάζετε τίποτε κινούμενοι ἀπὸ λόγους συνειδήσεως,
26 διότι τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καὶ ὅλα ποὺ εἶναι σ’ αὐτήν.
27 Ἐὰν κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀπίστους σᾶς προσκαλέσῃ καὶ θέλετε νὰ πᾶτε, τρώγετε ὅ,τι σᾶς παραθέσουν, χωρὶς νὰ ἐξετάζετε τίποτε κινούμενοι ἀπὸ λόγους συνειδήσεως.
28 Ἀλλ’ ἐὰν κάποιος σᾶς πῇ: «Αὐτὸ εἶναι κρέας ἀπὸ θυσίας εἰς τὰ εἴδωλα», τότε νὰ μὴ τὸ φᾶτε, χάριν ἐκείνου ποὺ σᾶς τὸ εἶπε καὶ χάριν τῆς συνειδήσεως.
29 Συνείδησιν δὲ ἐννοῶ ὄχι τὴν δικήν σου ἀλλὰ τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου. Γιατὶ ἡ ἐλευθερία μου νὰ κρίνετε ἀπὸ τὴν συνείδησιν ἄλλου;
30 Ἐὰν ἐγὼ μετέχω σὲ κάτι μὲ εὐχαριστίαν, γιατὶ νὰ κακολογοῦμαι δι’ ἐκῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ εὐχαριστῶ;
31 Εἴτε λοιπὸν τρώγετε εἴτε πίνετε εἴτε κάνετε κάτι, ὅλα νὰ τὰ κάνετε διὰ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
32 Μὴ γίνεσθε αἰτία πτώσεως οὔτε εἰς τοὺς Ἰουδαίους οὔτε εἰς τοὺς ἐθνικοὺς οὔτε εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ,
33 καθὼς καὶ ἐγὼ ἀρέσω εἰς ὅλους καθ’ ὅλα καὶ δὲν ζητῶ τὸ δικόν μου συμφέρον ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν, διὰ νὰ σωθοῦν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 11

1 Μιμηταί μου γίνεσθε, ὅπως εἶμαι καὶ ἐγὼ τοῦ Χριστοῦ.

Το κάλυμμα τῶν γυναικῶν εἰς τὰς ἐκκλησιαστικὰς συναθροίσεις

2 Σᾶς ἐπαινῶ, ἀδελφοί, ὅπως σᾶς τὰ παρέδωκα.
3 Ἀλλὰ θέλω νὰ ξέρετε ὅτι ἡ κεφαλὴ κάθε ἀνδρὸς εἶναι ὁ Χριστός, κεφαλὴ δὲ τῆς γυναίκας ὁ ἄνδρας, κεφαλὴ δὲ τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεός.
4 Κάθε ἄνδρας ποὺ προσεύχεται ἢ προφητεύει μὲ σκεπασμένην τὴν κεφαλήν του, ντροπιάζει τὴν κεφαλήν του.
5 Καὶ κάθε γυναῖκα ποὺ προσεύχεται ἢ προφητεύει μὲ ἀκάλυπτη τὴν κεφαλήν, ντροπιάζει τὴν κεφαλήν της· αὐτὴ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα μὲ μίαν ξυρισμένην.
6 Ἐὰν μία γυναῖκα δὲν ἔχῃ κάλυμμα, τότε ἂς κόψῃ καὶ τὰ μαλλιά της. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι ἀτιμωτικὸν διὰ τὴν γυναῖκα νὰ κόψῃ τὰ μαλλιά της ἢ νὰ ξυρισθῇ, τότε ἂς ἔχῃ κάλυμμα.
7 Ὁ ἄνδρας δὲν πρέπει νὰ σκεπάζῃ τὴν κεφαλήν του, ἐπειδὴ εἶναι εἰκόνα καὶ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ γυναῖκα εἶναι ἡ δόξα τοῦ ἀνδρός.
8 Διότι δὲν ἔγινε ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα.
9 Καὶ δὲν ἐδημιουργήθηκε ὁ ἄνδρας διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα διὰ τὸν ἄνδρα.
10 Διὰ τοῦτο πρέπει ἡ γυναῖκα νὰ ἔχῃ ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν της κάποιο σύμβολον ὅτι τελεῖ ὑπὸ ἐξουσίαν, καὶ τοῦτο διὰ τοὺς ἀγγέλους.
11 Καὶ ὅμως, ἐν Κυρίῳ οὔτε ὁ ἀνδρας εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν γυναῖκα, οὔτε ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα.
12 Διότι ὅπως ἡ γυναῖκα ἔγινε ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἔτσι καὶ ὁ ἄνδρας γεννᾶται διὰ τῆς γυναίκας, τὰ πάντα δὲ προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεόν.
13 Κρίνατε μόνοι σας. Εἶναι πρέπον νὰ προσεύχεται πρὸς τὸν Θεὸν γυναῖκα χωρὶς κάλυμμα;
14 Καὶ αὐτὴ ἡ φύσις δὲν σᾶς διδάσκει ὅτι ἐὰν ὁ ἄνδρας ἔχῃ μακρυὰ μαλλιά, δὲν εἶναι τιμητικὸν γι’ αὐτόν,
15 ἐνῷ ἐὰν ἡ γυναῖκα ἔχῃ μακρυὰ μαλλιά, αὐτὸ εἶναι δόξα γι’ αὐτήν; Διότι τὰ μακρυὰ μαλλιὰ τῆς ἔχουν δοθῆ γιὰ κάλυμμα.
16 Ἐὰν θέλῃ κανεὶς νὰ εἶναι φιλόνεικος, ἐμεῖς τέτοιαν συνήθειαν δὲν ἔχομεν, οὔτε αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.

Ὁδηγίαι διὰ τὸ δεῖπνον τοῦ Κυρίου

17 Δίδοντας τὰς ἀκολούθους ὁδηγίας δὲν σᾶς ἐπαινῶ, διότι μαζεύεσθε ὄχι πρὸς τὸ καλύτερον ἀλλὰ πρὸς τὸ χειρότερον.
18 Πρῶτον, ἀκούω ὅτι ὅταν μαζεύεσθε ὡς ἐκκλησία, ὑπάρχουν μεταξύ σας διαιρέσεις καὶ ἕνα μέρος τὸ πιστεύω,
19 διότι πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ διχογνωμίαι μεταξύ σας διὰ νὰ γίνουν φανεροὶ μεταξύ σας οἱ γνήσιοι.
20 Ὅταν λοιπὸν μαζεύεσθε ὅλοι μαζί, δὲν τρώγετε κυριακὸν δεῖπνον,
21 διότι ὁ καθένας σπεύδει νὰ προλάβῃ νὰ φάγῃ τὸ δικό του φαγητὸν καὶ ὁ ἕνας πεινάει καὶ ὁ ἄλλος μεθάει.
22 Δὲν ἔχετε σπίτια, διὰ νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε; Ἢ καταφρονεῖτε τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ντοπιάζετε ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν φαγητά; Τί νὰ σᾶς πῶ; Νὰ σᾶς ἐπαινέσω γι’ αὐτό; Δὲν σᾶς ἐπαινῶ.
23 Διότι ἐγὼ παρέλαβα ἀπὸ τὸν Κύριον ὅ,τι καὶ σᾶς παρέδωκα. Ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς κατὰ τὴν νύχτα ποὺ θὰ παρεδίδετο, ἔλαβε ἄρτον καὶ ἀφοῦ ἀνέπεμψε εὐχαριστίας,
24 τὸν ἔκοψε καὶ εἶπε, «Λάβετε φάγετε, τοῦτο εἶναι τὸ σῶμά μου, τὸ ὁποῖον τεμαχίζεται γιὰ σᾶς. Τοῦτο κάνετε εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου».
25 Ἐπίσης ἐπῆρε καὶ τὸ ποτήριον, μετὰ τὸ δεῖπνον, καὶ εἶπε: «Τοῦτο τὸ ποτήριον εἶναι ἡ νέα διαθήκη σφραγισμένη μὲ τὸ αἷμά μου. Τοῦτο νὰ κάνετε ὁσάκις τὸ πίνετε, εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου».
26 Διότι κάθε φορὰν ποὺ τρώγετε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ πίνετε ἀπὸ τὸ ποτήριον τοῦτο, διακηρύσσετε τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου ἕως ὅτου ἔλθῃ.
27 Ὥστε ὅποιος τρώγει τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνει ἀπὸ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου χωρὶς νὰ εἶναι ἄξιος, θὰ εἶναι ἔνοχος ἔναντι τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου.
28 Ἂς ἐξετάζῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του καὶ ἔτσι ἂς τρώγῃ ἀπὸ τὸν ἄρτον καὶ ἂς πίνῃ ἀπὸ τὸ ποτήριον,
29 διότι ἐκεῖνος ποὺ τρώγει καὶ πίνει κατὰ τρόπον ἀνάξιον, τρώγει καὶ πίνει τὴν καταδίκην τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐπειδὴ δὲν διακρίνει τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.
30 Διὰ τοῦτο μεταξύ σας ὑπάρχουν πολλοὶ ἀδύνατοι καὶ ἄρρωστοι καὶ ἀρκετοὶ ἐπέθαναν.
31 Ἐὰν ὅμως ἐκρίναμεν τοὺς ἑαυτούς μας ὅπως πρέπει, δὲν θὰ ἐκρινόμεθα.
32 Ἀλλ’ ὅταν κρινώμεθα ὑπὸ τοῦ Κυρίου, παιδαγωγούμεθα, διὰ νὰ μὴ κατακριθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν κόσμον.
33 Ὥστε, ἀδελφοί μου, ὅταν μαζεύεσθε διὰ νὰ φάγετε, περιμένετε ὁ ἅενας τὸν ἄλλον,
34 καὶ ἐὰν κανεὶς πεινᾷ, ἂς τρώγῃ εἰς τὸ σπίτι του, διὰ νὰ μὴ καταλήξῃ ἡ συγκέντρωσίς σας εἰς καταδίκην. Τὰ λοιπὰ θὰ τὰ κανονίσω, ὅταν ἔλθω.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 12

Ποικιλία καὶ ἑνότης τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων

1 Ὡς πρὸς τὰ πνευματικὰ χαρίσματα, ἀδελφοί, δὲν θέλω νὰ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἄγνοιαν.
2 Ξέρετε ὅτι ὅταν ἤσαστε εἰδωλολάτραι, ἐφέρεσθε πρὸς τὰ βωβὰ εἴδωλα, σὰν νὰ σᾶς ἐτραβοῦσαν.
3 Διὰ τοῦτο σᾶς κάνω γνωστὸν ὅτι κανεὶς ποὺ μιλεῖ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ δὲν λέγει ἀνάθεμα τὸν Ἰησοῦν, καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πῇ Κύριον τὸν Ἰησοῦν παρὰ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου.
4 Ὑπάρχουν βέβαια ποικιλίαι χαρισμάτων, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο,
5 ὑπάρχουν καὶ ποικιλίαι ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἴδιος,
6 καὶ διάφορα εἴδη ἐνεργειῶν ὑπάρχουν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἐνεργεῖ ὅλα εἰς ὅλους.
7 Εἰς τὸν καθένα δίδεται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος γιὰ κάποιο καλό.
8 Εἰς τὸν ἕνα δίδεται διὰ τοῦ Πνεύματος λόγος σοφίας, εἰς ἄλλον λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα,
9 εἰς ἄλλον πίστις διὰ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος, εἰς ἄλλον χαρίσματα θεραπειῶν διὰ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος,
10 εἰς ἄλλον θαυματουργικαὶ δυνάμεις, εἰς ἄλλον προφητικὸν χάρισμα, εἰς ἄλλον τὸ νὰ διακρίνῃ τὰ πνεύματα, εἰς ἄλλον διάφορα εἴδη γλωσσολαλιᾶς, εἰς ἄλλον ἡ ἑρμηνεία γλωσσῶν.
11 Ὅλα αὐτὰ ἐνεργεῖ τὸ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διανέμει εἰς τὸν καθένα ἰδιαιτέρως ὅπως αὐτὸ θέλει.

Παράδειγμα ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα

12 Ὅπως ἀκριβῶς τὸ σῶμα εἶναι ἕνα, ἀλλὰ ἔχει πολλὰ μέλη, ὅλα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος, ἂν καὶ εἶναι πολλά, ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός.
13 Διότι εἰς ἕνα Πνεῦμα ὅλοι ἐμεῖς ἐβαπτισθήκαμε καὶ ἐγίναμε ἕνα σῶμα, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ ὅλοι μὲ ἕνα Πνεῦμα ἐποτισθήκαμε.
14 Τὸ σῶμα δὲν εἶναι ἕνα μέλος ἀλλὰ πολλά.
15 Ἐὰν πῇ τὸ πόδι: «Ἐπειδὴ δὲν εἶμαι χέρι, δὲν ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα», μήπως παύει μὲ τοῦτο νὰ εἶναι ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ σώματος;
16 Καὶ ἐὰν πῇ τὸ αὐτί: «Ἐπειδὴ δὲν εἶμαι μάτι, δὲν ἀνήκω εἰς τὸ σῶμα», μήπως παύει μὲ τοῦτο νὰ εἶναι ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ σώματος;
17 Ἐὰν ὁλόκληρον τὸ σῶμα ἦτο μάτι, ποῦ θὰ ἦτο ἡ ἀκοή; Καὶ ἂν ὁλόκληρον ἦτο ἀκοή, ποῦ ἡ ὄσφρησις;
18 Εἰς τὴν πραγματικότητα, ὁ Θεὸς ἐτοποθέτησε τὸ καθένα ἀπὸ τὰ μέλη εἰς τὸ σῶμα, καθὼς ἠθέλησε.
19 Ἐὰν ὅλα ἦσαν ἕνα μέλος, ποῦ θὰ ἦτο τὸ σῶμα;
20 Τώρα ὑπάρχουν πολλὰ μέλη, ἀλλὰ ἕνα σῶμα.
21 Δὲν μπορεῖ τὸ μάτι νὰ πῇ εἰς τὸ χέρι: «Δὲν σὲ ἔχω ἀνάγκη», ἢ τὸ κεφάλι εἰς τὰ πόδια: «Δὲν σᾶς ἔχω ἀνάγκη».
22 Ἀντιθέτως, τὰ μέλη ποὺ φαίνονται ὅτι εἶναι ἀσθενέστερα, εἶναι ἀναγκαῖα·
23 καὶ ἐκεῖνα τὰ μέλη τοῦ σώματος ποὺ τὰ θεωροῦμεν ὁλιγότερον ἄξια τιμῆς, εἰς αὐτὰ προσδίδομεν μεγαλύτερην τιμήν, καὶ τὰ μὴ παρουσιάσιμα ἔχουν μεγαλύτερη εὐπρέπειαν.
24 Ἐνῷ τὰ παρουσιάσιμα δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Ὁ Θεὸς ὅμως συνανέμιξε τὸ σῶμα καὶ ἔδωσε μεγαλύτερην τιμὴν εἰς τὸ μέλος ποὺ τὴν στερεῖται,
25 διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαίρεσις εἰς τὸ σῶμα, ἀλλὰ νὰ ἔχουν τὰ μέλη τὴν ἴδια φροντίδα τὸ ἕνα διὰ τὸ ἄλλο.
26 Ἐὰν ἕνα μέλος πάσχῃ, συμπάσχουν ὅλα τὰ μέλη· ἐὰν ἕνα μέλος τιμᾶται, χαίρουν μαζὶ ὅλα τὰ μέλη.
27 Σεῖς εἶσθε σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ καθένας εἶναι μέλος τοῦ σώματος.
28 Καὶ ὁ Θεὸς ἐτοποθέτησε εἰς τὴν ἐκκλησίαν πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα ἔρχονται αἱ θαυματουργικαὶ δυνάμεις, ἔπειτα τὰ θεραπευτικὰ χαρίσματα, παροχαὶ βοηθείας, διοικητικαὶ ἱκανότητες, διάφορα εἴδη γλωσσολαλιῶν.
29 Μήπως εἶναι ὅλοι ἀπόστολοι; Μήπως εἶναι ὅλοι προφῆται; Μήπως εἶναι ὅλοι διδάσκαλοι; Μήπως ὅλοι ἔχουν θαυματουργικὰς δυνάμεις; Μήπως ὅλοι ἔχουν θεραπευτικὰ χαρίσματα;
30 Μήπως ὅλοι ἔχουν τὴν γλωσσολαλιά; Μήπως ὅλοι διερμηνεύουν;
31 Νὰ ἔχετε δὲ ζῆλον πρὸς τὰ χαρίσματα τὰ ἀνώτερα. Καὶ τώρα θὰ σᾶς δείξω ἕνα ὑπέροχον δρόμον.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13

Τὸ μεγαλύτερο χάρισμα εἶναι ἡ ἀγάπη

1 Ἐὰν μιλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, ἔγινα χαλκὸς ποὺ δίνει ἤχους ἢ κύμβαλον ποὺ βγάζει κρότους.
2 Καὶ ἐὰν ἔχω χάρισμα προφητείας καὶ γνωρίζω ὅλα τὰ μυστήρια καὶ ὅλην τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω ὅλην τὴν πίστιν, ὥστε νὰ μεταθέτω βουνά, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, δὲν εἶμαι τίποτε.
3 Καὶ ἐὰν μοιράσω σὲ ἐλεημοσύνες ὅλην μου τὴν περιουσίαν, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμά μου διὰ νὰ καῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, καμμίαν ὠφέλειαν δὲν ἔχω.
4 Ἡ ἀγάπη εἶναι μακρόθυμη, εἶναι γεμάτη ἀπὸ εὐμένειαν, ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ζηλότυπη, ἡ ἀγάπη δὲν καυχᾶται, δὲν εἶναι ὑπερήφανη,
5 δὲν κάνει ἀσχήμιες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν ἐρεθίζεται, δὲν λογαριάζει τὸ κακόν,
6 δὲν χαίρει διὰ τὸ κακόν, ἀλλὰ συγχαίρει εἰς τὴν ἀλήθειαν,
7 ὅλα τὰ ἀνέχεται, ὅλα τὰ πιστεύει, ἐλπίζει γιὰ τὸ κάθε τι, ὑπομένει τὸ κάθε τι.
8 Ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ. Ἐὰν εἶναι προφητεῖαι, θὰ καταργηθοῦν· ἐὰν εἶναι γλῶσσαι, θὰ παύσουν· ἐὰν εἶναι γνῶσις, θὰ καταργηθῇ.
9 Διότι μερικὴν γνῶσιν ἔχομεν καὶ μερικὴν προφητείαν.
10 Ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ μερικὸν θὰ καταργηθῇ.
11 Ὅταν ἤμουν νήπιον, ἐμιλοῦσα σὰν νήπιον, ἐσκεπτόμουν σὰν νήπιον, ἐσυλλογιζόμουν σὰν νήπιον. Ὅταν ἔγινα ἄνδρας, κατήργησα τοὺς νηπιακοὺς τρόπους.
12 Τώρα βλέπομεν σὰν σὲ καθρέφτη ἀμυδρῶς, τότε ὅμως θὰ βλέπωμεν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον. Τώρα γνωρίζω μερικῶς, ἀλλὰ τότε θὰ ἔχω πλήρη γνῶσιν, ὅπως εἶναι καὶ ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ δι’ ἐμέ.
13 Ὥστε αὐτὰ τὰ τρία μένουν: πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη· μεγαλύτερη ὅμως ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἡ ἀγάπη.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 14

Χαρίσματα προφητείας καὶ γλωσσῶν

1 Νὰ ἐπιδιώκετε τὴν ἀγάπην καὶ νὰ δείχνετε ζῆλον διὰ τὰ πνευματικὰ χαρίσματα, περισσότερον δὲ διὰ νὰ προφητεύετε.
2 Διότι ἐκεῖνος ποὺ γλωσσολαλεῖ, δὲν μιλεῖ εἰς ἀνθρώπους ἀλλ’ εἰς τὸν Θεόν, ἀφοῦ κανεὶς δὲν καταλαβαίνει, λέγει δὲ μυστήρια κατ’ ἔμπνευσιν.
3 Ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ προφητεύει μιλεῖ εἰς ἀνθρώπους λόγια ποὺ οἰκοδομοῦν, ἐνθαρρύνουν καὶ παρηγοροῦν.
4 Ἐκεῖνος ποὺ γλωσσολαλεῖ, οἰκοδομεῖ τὸν ἑαυτόν του, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ προφητεύει, οἰκοδομεῖ τὴν ἐκκλησίαν.
5 Θέλω ὅλοι νὰ γλωσσολαλῆτε, ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον νὰ προφητεύετε, διότι ἐκεῖνος ποὺ προφητεύει εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ γλωσσολαλεῖ, ἐκτὸς ἐὰν ἐρνημεύῃ ὅσα λέγει διὰ νὰ οἰκοδομηθῇ ἡ ἐκκλησία.
6 Ὥστε, ἀδελφοί, ἐὰν ἔλθω σ’ ἐσᾶς καὶ μιλῶ γλώσσας, τί θὰ σᾶς ὠφελήσω, ἐὰν δὲν σᾶς μιλήσω ὑπὸ μορφὴν ἢ ἀποκαλύψεως ἢ γνώσεως ἢ προφητείας ἢ διδασκαλίας;
7 Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄψυχα ὄργανα τὰ ὁποῖα δίδουν ἦχον, εἴτε φλογέρα εἶναι εἴτε κιθάρα, ἐὰν δὲν κάνουν διάκρισιν τῶν τόνων, πῶς θὰ γνωρισθῇ ἐκεῖνο ποὺ παίζεται μὲ τὴν φλογέρα ἢ τὴν κιθάρα;
8 Ἐὰν ἡ σάλπιγγα δώσῃ ἀκατάληπτον ἦχον, ποιός θὰ παρασκευασθῇ διὰ πόλεμον;
9 Ἔτσι καὶ σεῖς, ἐὰν μὲ τὴν γλωσσολαλιὰ δὲν δώσετε κάποιον κατανοητὸν λόγον, πῶς θὰ καταλάβῃ ὁ ἄλλος τί λέτε; Θὰ μιλᾶτε εἰς τὸν ἀέρα.
10 Ὑπάρχουν τόσα εἴδη φωνῶν εἰς τὸν κόσμον καὶ κανένα δὲν εἶναι χωρὶς ἔννοιαν.
11 Ἐὰν λοιπὸν δὲν ξέρω τὴν σημασίαν τῆς φωνῆς, τότε θὰ εἶμαι δι’ ἐκεῖνον ποὺ μιλεῖ ἕνας ξένος, καὶ ἐκεῖνος ποὺ μιλεῖ ξένος δι’ ἐμέ.
12 Ἔτσι καὶ σεῖς, ἀφοῦ εἶσθε ζηλωταὶ πνευματικῶν χαρισμάτων, νὰ ζητᾶτε νὰ ὑπερέχετε εἰς ἐκεῖνα ποὺ συντελοῦν εἰς τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας.
13 Διὰ τοῦτο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὸ χάρισμα τῆς γλωσσολαλιᾶς, ἂς προσεύχεται νὰ μπορῇ νὰ διερμηνεύῃ.
14 Διότι ἐὰν προσεύχωμαι μὲ τέτοιαν γλῶσσαν, τὸ πνεῦμά μου προσεύχεται, ἀλλ’ ὁ νοῦς μου μένει ἄκαρπος.
15 Τί γίνεται λοιπόν; Θὰ προσεύχωμαι μὲ τὸ πνεῦμά μου, ἀλλὰ θὰ προσεύχωμαι καὶ μὲ τὸν νοῦν μου, θὰ ψάλλω μὲ τὸ πνεῦμά μου ἀλλὰ θὰ ψάλλω καὶ μὲ τὸν νοῦν μου.
16 Διότι ἐὰν μὲ τὸ πνεῦμα δοξολογῇς τὸν Θεόν, τότε πῶς ἐκεῖνος ποὺ κατέχει τὴν θέσιν τοῦ ἁπλοϊκοῦ θὰ πῇ τὸ Ἀμὴν διὰ τὴν εὐχαριστίαν σου, ἀφοῦ δὲν ξέρει τί λέγεις;
17 Ἐσὺ καλὰ εὐχαριστεῖς, ἀλλ’ ὁ ἄλλος δὲν οίκοδομεῖται.
18 Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν μου, διότι περισσότερον ἀπὸ ὅλους σας ἔχω τὸ χάρισμα τῆς γλωσσολαλιᾶς.
19 Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκκλησίαν προτιμῶ νὰ πῶ πέντε λόγια μὲ τὸν νοῦν μου, διὰ νὰ διδάξω καὶ ἄλλους, παρὰ μύρια λόγια μὲ τὸ χάρισμα τῆς γλωσσολαλιᾶς.
20 Ἀδελφοί, μὴ γίνεσθε παιδιὰ κατὰ τὸν νοῦν, ἀλλὰ νὰ εἶσθε νήπια κατὰ τὴν κακίαν, κατὰ δὲ τὸν νοῦν νὰ γίνεσθε τέλειοι.
21 Εἰς τὸν νόμον εἶναι γραμμένον, Μὲ ἀνθρώπους ἑτερογλώσσους καὶ μὲ χείλη ξένα θὰ μιλήσω εἰς τὸν λαὸν τοῦτον, ἀλλ’ οὔτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ μὲ ἀκούσουν, λέγει ὁ Κύριος.
22 Ὥστε αἱ γλωσσολαλιαὶ εἶναι σημεῖον ὄχι δι’ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀπίστους, ἡ προφητεία ὅμως εἶναι ὄχι διὰ τοὺς ἀπίστους ἀλλὰ δι’ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν.
23 Ἐὰν λοιπὸν συνέλθῃ ὅλη ἡ ἐκκλησία εἰς τὸ ἴδιο μέρος καὶ ὅλοι γλωσσολαλοῦν, καὶ μποῦν μέσα ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι ἢ ἄπιστοι, δὲν θὰ ποῦν ὅτι εἶσθε τρελλοί;
24 Ἀλλ’ ἐὰν ὅλοι προφητεύουν καὶ μπῇ κάποιος ἄπιστος ἢ ἁπλοϊκός, τότε αὐτὸς ἐλέγχεται ἀπὸ ὅλους, ἐξετάζεται ἀπὸ ὅλους,
25 καὶ ἔτσι τὰ κρυφὰ τῆς καρδιᾶς του γίνοτναι φανερὰ καὶ τότε θὰ πέσῃ κάτω μὲ τὸ πρόσωπον καὶ θὰ προσκυνήσῃ τὸν Θεὸν καὶ θὰ πῇ ὅτι πραγματικὰ ὁ Θεὸς εἶναι μεταξύ σας.

Ἀνάγκη τάξεως κατὰ τὴν λατρείαν

26 Τί νὰ γίνεται λοιπόν, ἀδελφοί; Ὅταν συνέρχεσθε, ὁ καθένας ἀπὸ σᾶς εἴτε ψαλμὸν ἔχει, εἴτε διδασκαλίαν ἔχει, εἴτε γλῶσσαν ἔχει, εἴτε ἀποκάλυψιν ἔχει, εἴτε ἐρμηνείαν ἔχει, ὅλα νὰ γίνωνται πρὸς οἰκοδομήν.
27 Καὶ ἐὰν κανεὶς μιλῇ γλῶσσαν, δύο ἢ τὸ πολὺ τρεῖς ἂς μιλοῦν, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον, ἕνας δὲ ἂς διερμηνεύῃ.
28 Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ διερμηνεύς, ἂς σιωπᾷ εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἂς μιλῇ εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ εἰς τὸν Θεόν.
29 Προφῆται δύο ἢ τρεῖς ἂς μιλοῦν καὶ οἱ ἄλλοι ἂς κρίνουν.
30 Ἐὰν εἰς ἄλλον ποὺ κάθεται ἔλθῃ ἀποκάλυψις, ὁ πρῶτος ἂς σιωπήσῃ.
31 Διότι μπορεῖτε ὅλοι, ὁ καθένας χωριστά, νὰ προφητεύετε διὰ νὰ μαθαίνουν ὅλοι καὶ ὅλοι νὰ ἐνθαρρύνωνται.
32 Καὶ τὰ προφητικὰ πνεύματα ὑποτάσσονται εἰς τοὺς προφήτας,
33 διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς ἀκαταστασίας ἀλλὰ εἰρήνης.
34 Ὅπως γίνεται εἰς ὅλας τὰς ἐκκλησίας τῶν ἁγίων, αἱ γυναῖκες σας νὰ σιωποῦν εἰς τὰς ἐκκλησίας, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὰς νὰ μιλοῦν, ἀλλὰ νὰ ὑποτάσσωνται, καθὼς λέγει καὶ ὁ νόμος.
35 Καὶ ἐὰν θέλουν νὰ μάθουν κάτι, ἂς ἐρωτοῦν τοὺς ἄνδρας των εἰς τὸ σπίτι, διότι εἶναι ἐντροπὴ διὰ τὰς γυναῖκας νὰ μιλοῦν εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
36 Ἢ μήπως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει ξεκινήσει ἀπὸ σᾶς ἢ σ’ ἐσᾶς μόνον κατέληξε;
37 Ἐὰν νομίζῃ κανεὶς ὅτι εἶναι προφήτης ἢ πνευματοφόρος, πρέπει νὰ καταλάβῃ ὅτι αὐτὰ ποὺ σᾶς γράφω εἶναι ἐντολαὶ τοῦ Κυρίου.
38 Ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς τὸ ἀγνοῇ, ἂς τὸ ἀγνοῇ.
39 Ὥστε, ἀδελφοί, νὰ ποθῆτε μὲ ζῆλον τὸ νὰ προφητεύετε καὶ τὴν γλωσσολαλιὰ μὴ ἀπαγορεύετε.
40 Ἂς γίνωνται ὅλα μὲ εὐπρέπειαν καὶ μὲ τάξιν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 15

Ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν

1 Σᾶς ὑπενθυμίζω, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον ποὺ σᾶς ἐκήρυξα, τὸ ὁποῖον καὶ παραλάβατε, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ στέκεσθε,
2 διὰ τοῦ ὁποίου καὶ σώζεσθε, ἐὰν τὸ κρατᾶτε στερεά, ὅπως σᾶς τὸ ἐκήρυξα, ἐκτὸς ἐὰν μάταια ἐπιστέψατε.
3 Σᾶς παρέδωκα δηλαδὴ ἐν πρώτοις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ παρέλαβα, ὅτι ὁ Χριστὸς ἐπέθανε διὰ τὰς ἁμαρτίας μας σύμφωνα μὲ τὰς γραφάς,
4 ὅτι ἐτάφη, ὅτι ἀναστήθηκε τὴν τρίτην ἡμέραν σύμφωνα μὲ τὰς γραφὰς
5 καὶ ὅτι ἐμφανίσθηκε εἰς τὸν Κηφᾶν, ἔπειτα εἰς τοὺς δώδεκα,
6 ἔπειτα ἐμφανίσθηκε, μιὰ φορά, σὲ πάνω ἀπὸ πεντακόσιους ἀδελφούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ περισσότεροι ζοῦν μέχρι σήμερα, ἀλλὰ μερικοὶ ἐκοιμήθησαν.
7 Ἔπειτα ἐμφανίσθηκε εἰς τὸν Ἰάκωβον, ἔπειτα σ’ ὅλους τοὺς ἀποστόλους,
8 τελευταῖον δὲ ἀπὸ ὅλους, σὰν σὲ ἔκτρωμα, ἐμφανίσθηκε καὶ σ’ ἐμέ.
9 Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐλάχιστος ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, ποὺ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ ὀνομάζωμαι ἀπόστολος, διότι κατεδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ.
10 Ἀλλὰ μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ εἶμαι ἐκεῖνο ποὺ εἶμαι, καὶ ἡ χάρις του σ’ ἐμὲ δὲν ὑπῆρξε χωρὶς ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ περισσότερον ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς ἐκοπίασα, ὄχι ὅμως ἐγὼ ἀλλ’ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι μαζί μου.
11 Εἴτε λοιπὸν ἐγὼ εἴτε ἐκεῖνοι, αὐτὰ εἶναι ποὺ κηρύττομεν καὶ αὐτὰ εἶναι ποὺ ἐπιστέψατε.
12 Ἐὰν λοιπὸν ὁ Χριστὸς κηρύττεται ὅτι ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, πῶς λέγουν μερικοὶ μεταξύ σας ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασις νεκρῶν;
13 Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάστασις νεκρῶν, τότε οὔτε ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε·
14 καὶ ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀναστήθηκε, τότε εἶναι χωρὶς νόημα τὸ κήρυγμά μας, εἶναι καὶ ἡ πίστις σας χωρὶς νόημα.
15 Γινόμεθα ἐπίσης καὶ ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἐμαρτυρήσαμεν διὰ τὸν Θεὸν ὅτι ἀνέστησε τὸν Χριστόν, ἐνῷ δὲν τὸν ἀνέστησε, ἐὰν πραγματικὰ οἱ νεκροὶ δὲν ἀνασταίνωνται.
16 Διότι ἐὰν οἱ νεκροὶ δὲν ἀνασταίνωνται, τότε οὔτε ὁ Χριστὸς ἔχει ἀναστηθῆ.
17 Ἐὰν δὲ ὁ Χριστὸς δὲν ἔχῃ ἀναστηθῆ, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν ἡ πίστις σας· εὑρίσκεσθε ἀκόμη μέσα εἰς τὰς ἁμαρτίας σας.
18 Ἄρα καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐπέθαναν μὲ πίστιν εἰς τὸν Χριστόν, ἔχουν χαθῆ.
19 Ἐὰν μόνον διὰ τὴν ζωὴν αὐτὴν ἔχωμεν ἐλπίσει εἰς τὸν Χριστόν, τότε εἴμεθα οἱ πιο ἀξιολύπητοι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
20 Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς πραγματικὰ ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, ἡ πρώτη συγκομιδὴ τῶν πεθαμένων.
21 Διότι ἐπειδὴ διὰ μέσου ἀνθρώπου ἦλθε ὁ θάνατος, διὰ μέσου ἀνθρώπου ἦλθε καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν.
22 Καθὼς ἐν τῷ Ἀδὰμ ὅλοι πεθαίνουν, ἔτσι καὶ ἐν τῷ Χριστῷ ὅλοι θὰ ζωοποιηθοῦν.
23 Ὁ καθένας εἰς τὴν τάξιν του. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα, κατὰ τὴν παρουσίαν του, ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ·
24 ἔπειτα ἔρχεται τὸ τέλος ὅταν θὰ παραδώσῃ τὴν βασιλείαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα, ὅταν θὰ καταργήσῃ κάθε ἀρχὴν καὶ κάθε ἐξουσίαν καὶ δύναμιν.
25 Διότι πρέπει αὐτὸς νὰ βασιλεύῃ, ἕως ὅτου θέσῃ ὅλους τοὺς ἐχθροὺς κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του.
26 Ὁ τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθῇ εἶναι ὁ θάνατος.
27 Διότι ὅλα τὰ ὑπέταξε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Ὅταν δὲ λέγῃ ὅτι ὅλα ἔχουν ὑποταγῆ, εἶναι φανερὸν ὅτι αὐτὸ ἀποκλείει ἐκεῖνον ποὺ ὑπέταξε ὅλα εἰς αὐτόν.
28 Ὅταν δὲ ὑποταγοῦν ὅλα εἰς αὐτόν, τότε καὶ αὐτὸς ὁ Υἱὸς θὰ ὑποταγῇ εἰς ἐκεῖνον ποὺ ὑπέταξε ὅλα εἰς αὐτόν, διὰ νὰ εἶναι ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσι.
29 Ἀλλοιῶς, τί θὰ κάνουν ἐκεῖνοι ποὺ βαπτίζονται διὰ τοὺς νεκρούς; Ἐὰν οἱ νεκροὶ δὲν ἀνασταίνωνται καθόλου, διατί λοιπὸν βαπτίζονται διὰ τοὺς νεκρούς;
30 Διατὶ καὶ ἐμεῖς κινδυνεύομεν κάθε ὥραν;
31 Κάθε ἡμέραν πεθαίνω, μὰ τὸ καύχημα ποὺ ἔχω γιὰ σᾶς διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας.
32 Ἐὰν κατὰ ἄνθρωπον ἐπολέμησα μὲ τὰ θηρία εἰς τὴν Ἔφεσον, τί ὠφελήθηκα; Ἐὰν οἱ νεκροὶ δὲν ἀνασταίνωνται, τότε «ἂς φᾶμε καὶ ἂς πιοῦμε, διότι αὔριον θὰ πεθάνωμε».
33 Μὴ πλανᾶσθε. «Κακαὶ συναναστροφαὶ διαφθείρουν τὰ καλὰ ἤθη».
34 Ἐλᾶτε στὰ λογικά σας καὶ μὴ ἁμαρτάνετε. Μερικοὶ δὲν γνωρίζουν τίποτε περὶ Θεοῦ. Πρὸς ἔντροπήν σας τὸ λέγω.
35 Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ κάποιος: «Πῶς ἀνασταίνονται οἱ νεκροί; Μὲ τὶ εἴδους σῶμα ἔρχονται;».
36 Ἀνόητε, ἐκεῖνο ποὺ ἐσὺ σπέρνεις, δὲν παίρνει ζωήν, ἐὰν δὲν πεθάνῃ πρῶτα·
37 καὶ ἐκεῖνο ποὺ σπέρνεις, δὲν εἶναι τὸ σῶμα ποὺ θὰ φυτρώσῃ ἀλλὰ γυμνὸς σπόρος, εἴτε σιταριοῦ εἴτε ἄλλου ἀπὸ τοὺς λοιποὺς σπόρους·
38 καὶ ὁ Θεὸς τοῦ δίνει σῶμα τῆς ἐκλογῆς του καὶ εἰς τὸν κάθε σπόρον δικό του σῶμα.
39 Δὲν εἶναι κάθε σάρκα ἡ ἴδια σάρκα, ἀλλ’ ἄλλη εἶναι ἡ σάρκα τῶν ἀνθρώπων, ἄλλη ἡ σάρκα τῶν κτηνῶν, ἄλλη τῶν ψαριῶν, ἄλλη τῶν πτηνῶν.
40 Ὑπάρχουν σώματα ἐπουράνια καὶ σώματα ἐπίγεια. Ἀλλ’ ἄλλη εἶναι ἡ λαμπρότης τῶν ἐπουρανίων, ἄλλη τῶν γηΐνων.
41 Ἄλλη εἶναι ἡ λαμπρότης τοῦ ἡλίου, ἄλλη τῆς σελήνης καὶ ἄλλη ἡ λαμπρότης τῶν ἀστέρων, διότι ἀστέρι ἀπὸ ἀστέρι διαφέρει κατὰ τὴν λάμψιν.
42 Ἔτσι εἶναι καὶ μὲ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν. Ἐκεῖνο ποὺ σπέρνεται εἶναι φθαρτόν, ἐκεῖνο ποὺ ἀνασταίνεται ἄφθαρτον.
43 Σπέρνεται ἄδοξον, ἀνασταίνεται ἔνδοξον, σπέρνεται εἰς κατάστασιν ἀδυναμίας, ἀνασταίνεται εἰς κατάστασιν δυνάμεως,
44 σπέρνεται σῶμα φυσικόν, ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικόν. Ὑπάρχει σῶμα φυσικόν, ὑπάρχει καὶ σῶμα πνευματικόν.
45 Ἔτσι εἶναι γραμμένον: Ἔγινε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, ὂν ζωντανό· ὁ τελευταῖος Ἀδὰμ πνεῦμα ποὺ δίνει ζωήν.
46 Δὲν εἶναι ὅμως πρῶτον τὸ πνευματικὸν ἀλλὰ τὸ φυσικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν.
47 Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐπλάσθηκε ἀπὸ τὴν γῆν, γήϊνος, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, δηλαδὴ ὁ Κύριος, εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανόν.
48 Ὅπως ἦτο ἐκεῖνος γήϊνος ἄνθρωπος, τέτοιοι εἶναι οἱ γήϊνοι, καὶ ὅπως εἶναι ὁ ἐπουράνιος, τέτοιοι εἶναι καὶ οἱ ἐπουράνιοι,
49 καὶ ὅπως ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ γηΐνου, θὰ φορέσωμεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου.
50 Σᾶς λέγω τοῦτο, ἀδελφοί: ὅτι σάρκα καὶ αἷμα δὲν μποροῦν νὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἡ φθορὰ κλήρονομεῖ τὴν ἀφθαρσίαν.
51 Προσέξατε, σᾶς λέγω ἕνα μυστήριον: δὲν θὰ πεθάνωμε ὅλοι, ἀλλὰ ὅλοι θὰ μεταβληθοῦμε, σὲ μιὰ στιγμή, σὲ μιὰ ματιά, κατὰ τὴν τελευταίαν σάλπιγγα·
52 διότι θὰ σαλπίσῃ ἡ σάλπιγγα καὶ οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν χωρὶς νὰ ὑπόκεινται πλέον εἰς φθορὰν καὶ ἐμεῖς θὰ μεταβληθοῦμε.
53 Διότι πρέπει αὐτὸ ποὺ εἶναι φθαρτὸν νὰ ἐνδυθῇ τὴν ἀφθαρσίαν καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι θνητὸν νὰ ἐνδυθῇ τὴν ἀθανασίαν.
54 Καὶ ὅταν αὐτὸ ποὺ εἶναι φθαρτὸν ἐνδυθῇ τὴν ἀφθαρσίαν καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι θνητὸν ἐνδυθῇ τὴν ἀθανασίαν, τότε θὰ ἐκπληρωθῇ ὁ λόγος ποὺ εἶναι γραμμένος:
55 Καταβροχθίσθηκε ὁ θάνατος καὶ ἐνικήθηκε. Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; Ποῦ εἶναι ᾍδη, ἡ νίκη σου;
56 Τὸ κεντρὶ τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ δὲ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος.
57 Ἀλλ’ ἂς εὐχαριστοῦμε τὸν Θεόν, ποὺ μᾶς δίνει τὴν νίκην διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
58 Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, γίνεσθε σταθεροί, ἀμετακίνητοι, ἐργαζόμενοι ὅλο καὶ περισσότερον εἰς τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου πάντοτε, ἀφοῦ ξέρετε ὅτι ὁ κόπος σας ἐν Κυρίῳ δὲν εἶναι μάταιος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 16

Συνεισφορὰ διὰ τοὺς πτωχοὺς τῆς Ἱερουσαλήμ

1 Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνεισφορὰν διὰ τοὺς ἁγίους, νὰ κάνετε καὶ σεῖς ὅπως ὥρισα εἰς τὰς ἐκκλησίας τῆς Γαλατίας.
2 Κάθε πρώτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, ὁ καθένας ἀπὸ σᾶς ἂς βάζῃ κάτι κατὰ μέρος, ἀνάλογα μὲ τὰ ἔσοδά του, διὰ νὰ μὴ γίνωνται ἔρανοι, ὅταν ἔλθω.
3 Ὅταν φθάσω, ἐκείνους ποὺ θὰ ἐγκρίνετε, αὐτοὺς θὰ στείλω μὲ ἐπιστολὰς διὰ νὰ φέρουν τὸ δῶρον σας εἰς Ἱερουσαλήμ.
4 Ἐὰν μάλιστα θεωρηθῇ ὅτι ἀξίζει νὰ μεταβῶ καὶ ἐγώ, θὰ μεταβοῦν μαζί μου.

Προσωπικὰ θέματα καὶ χαιρετισμοί

5 Θὰ ἔλθω σ’ ἐσᾶς, ἀφοῦ περάσω τὴν Μακεδονίαν, διότι σκοπεύω νὰ μεταβῶ εἰς Μακεδονίαν·
6 καὶ θὰ μείνω μαζί σας ἢ ἴσως καὶ θὰ παραχειμάσω, διὰ νὰ μὲ προπέμψετε σεῖς, ὁπουδήποτε μεταβῶ.
7 Διότι δὲν θέλω τώρα νὰ σᾶς ἰδῶ περαστικός· ἐλπίζω νὰ μείνω μαζί σας ὀλίγον χρόνον, ἐὰν ὁ Κύριος τὸ ἐπιτρέψῃ.
8 Εἰς τὴν Ἔφεσον θὰ μείνω μέχρι τῆς Πεντηκοστῆς,
9 διότι μοῦ ἀνοίχθηκε μεγάλη πόρτα δι’ ἀποτελεσματικὸν ἔργον καὶ οἱ ἀντίθετοι εἶναι πολλοί.
10 Ἐὰν ἔλθῃ ὁ Τιμόθεος, προσέξτε νὰ εἶναι χωρὶς φόβον, ὅσον καιρὸν μείνῃ μαζί σας, διότι ἐργάζεται τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου ὅπως καὶ ἐγώ·
11 νὰ μὴν τὸν περιφρονήσῃ λοιπὸν κανείς, προπέμψατέ τον δὲ εἰρηνικὰ διὰ νὰ ἔλθῃ σ’ ἐμέ, διότι τὸν ἀναμένω μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς.
12 Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἀπολλὼ τὸν ἀδελφόν, πολὺ τὸν παρεκάλεσα νὰ ἔλθῃ σ’ ἐσᾶς μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ ἔλθῃ τώρα, θὰ ἔλθῃ ὅμως ὅταν εὐκαιρήσῃ.
13 Ἀγρυπνεῖτε, στέκεσθε σταθεροὶ εἰς τὴν πίστιν, νὰ εἶσθε θαρραλέοι καὶ δυνατοί.
14 Ὅ,τι κάνετε, νὰ γίνεται μὲ ἀγάπην.
15 Τώρα σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί: ξέρετε ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Στεφανᾶ ἦσαν οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τῆς Ἀχαΐας καὶ ἔταξαν τοὺς ἑαυτούς των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἁγίων.
16 Νὰ ὑποτάσσεσθε καὶ σεῖς εἰς τοὺς τοιούτους καὶ εἰς τὸν καθένα ποὺ συνεργάζεται καὶ κοπιάζει.
17 Χαίρω διὰ τὸν ἐρχομὸν τοῦ Στεφανᾶ, τοῦ Φουρτουνάτου καὶ τοῦ Ἀχαϊκοῦ, διότι αὐτοὶ ἀνεπλήρωσαν τὴν ἀπουσίαν σας·
18 καθησύχασαν τὸ δικό μου πνεῦμα καὶ τὸ δικό σας. Ν’ ἀναγνωρίζετε τοὺς τοιούτους.
19 Σᾶς χαιρετοῦν αἱ ἐκκλησίαι τῆς Ἀσίας. Σᾶς στέλνουν πολλοὺς χαιρετισμοὺς ἐν Κυρίῳ ὁ Ἀκύλλας καὶ ἡ Πρίσκιλλα μαζὶ μὲ τὴν ἐκκλησία τοῦ σπιτιοῦ των.
20 Σᾶς χαιρετοῦν ὅλοι οἱ ἀδελφοί. Χαιρετῆστε ἀλλήλους μὲ ἅγιον φίλημα.
21 Ὁ χαιρετισμὸς γράφεται μὲ τὸ χέρι ἐμοῦ τοῦ Παύλου.
22 Ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἂς εἶναι ἀνάθεμα. Μαρὰν ἀθά.
23 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζί σας.
24 Ἡ ἀγάπη μου εἶναι μαζί μὲ ὅλους σας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ἀμήν.