ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1

Χαιρετισμοί

1 Ὁ Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, καλεσμένος ἀπόστολος, ξεχωρισμένος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Θεοῦ,
2 τὸ ὁποῖον εἶχε ἀπὸ πρὶν ὑποσχεθῆ ὁ Θεὸς διὰ τῶν προφητῶν του εἰς τὰς ἁγίας γραφάς,
3 περὶ τοῦ Υἱοῦ του, ὁ ὁποῖος, ἀπὸ ἀνθρωπίνης πλευράς, ἐγεννήθηκε ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυΐδ,
4 διακηρύχθηκε δὲ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ δύναμιν κατὰ τὸ Πνεῦμα ἁγιωσύνης διὰ τῆς ἀναστάσεώς του ἐκ νεκρῶν, δηλαδὴ περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας,
5 διὰ τοῦ ὁποίου ἐλάβαμε χάριν καὶ ἀποστολήν, νὰ κηρύξωμεν ὑπακοὴν εἰς τὴν πίστιν εἰς ὅλα τὰ ἔθνη χάριν τοῦ ὀνόματός του,
6 μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶσθε καὶ σεῖς καλεσμένοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
7 γράφω εἰς ὅλους ποὺ βρίσκονται εἰς τὴν Ρώμην, τοὺς ἀγαπητοὺς τοῦ Θεοῦ, τοὺς καλεσμένους νὰ εἶναι ἅγιοι. Χάρις νὰ εἶναι σ’ ἐσᾶς καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸν Πατέρα μας καὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.

Ὁ Παῦλος ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Ρώμην

8 Ἐν πρώτοις εὐχαριστῶ τὸν Θεόν μου διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ ὅλους σας, διότι ἡ πίστις σας διαλαλεῖται εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
9 Μάρτυς μου εἶναι ὁ Θεός, τὸν ὁποῖον ὑπηρετῶ μὲ τὸ πνεῦμά μου εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Υἱοῦ του, ὅτι σᾶς ἐνθυμοῦμαι χωρὶς διακοπήν,
10 καὶ πάντοτε παρακαλῶ εἰς τὰς προσευχάς μου, μήπως, μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, θὰ ἐχω τὴν εὐτυχίαν ἐπὶ τέλους νὰ ἔλθω σ’ ἐσᾶς.
11 Διότι ἔχω ζωηρὴν ἐπιθυμίαν νὰ σᾶς ἰδῶ, διὰ νὰ σᾶς μεταδώσω χάρισμα πνευματικόν, ὥστε νὰ στηριχθῆτε, δηλαδὴ νὰ ἐνθαρρυνθοῦμε μαζί,
12 ὅταν θὰ εἶμαι μεταξύ σας, διὰ τῆς ἀμοιβαίας πίστεως, τῆς δικῆς σας καὶ τῆς δικῆς μου.
13 Δὲν θέλω νὰ ἀγνοῆτε, ἀδελφοί, ὅτι πολλὲς φορὲς εἶχα τὴν πρόθεσιν νὰ ἔλθω σ’ ἐσᾶς, ἀλλὰ μέχρι σήμερα ἐμποδίσθηκα, διὰ νὰ ἔχω κάποιον καρπὸν καὶ μεταξύ σας καθὼς καὶ μεταξὺ τῶν λοιπῶν ἐθνικῶν.
14 Εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς μὴ Ἕλληνας, εἰς τοὺς σοφοὺς καὶ τοὺς ἀμόρφωτους εἶμαι χρεωστής.
15 Γι’ αὐτό, ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ, εἶμαι πρόθυμος νὰ κηρύξω τὸ εὐαγγέλιον καὶ σ’ ἐσᾶς ποὺ βρίσκεσθε εἰς τὴν Ρώμην.

Ἡ φύσις τοῦ εὐαγγελίου

16 Διότι δὲν ἐντρέπομαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· εἶναι δύναμις τοῦ Θεοῦ πρὸς σωτηρίαν διὰ κάθε ἄνθρωπον ποὺ πιστεύει, διὰ τὸν Ἰουδαῖον πρῶτα καὶ ἐπίσης διὰ τὸν Ἕλληνα.
17 Διότι εἰς αὐτὸ φανερώνεται δικαίωσις ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ πίστιν εἰς πίστιν, ὅπως εἶναι γραμμένον: Ἐκεῖνος ποὺ δικαιώνεται διὰ τῆς πίστεως θὰ ζήσῃ.

Ἡ κοινὴ διαγωγὴ τῶν ἐθνικῶν

18 Διότι ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ φανερώνεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ἐναντίον κάθε ἀσεβείας καὶ κακίας τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς κακίας των καταπνίγουν τὴν ἀλήθειαν,
19 διότι ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ γνωστὸν περὶ τοῦ Θεοῦ, τοὺς εἶναι φανερόν, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τοὺς τὸ ἐφανέρωσε.
20 Διότι αἱ ἀόρατοι ἰδιότητές του, δηλαδὴ ἡ αἰώνια δύναμίς του καὶ ἡ Θεότης του, βλέπονται καθαρά, ἀφ’ ὅτου ἐδημιουργήθηκε ὁ κόσμος, γινόμεναι νοηταὶ διὰ μέσου τῶν δημιουργημάτων, ὥστε νὰ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἀναπολόγητοι,
21 διότι ἐνῷ ἐγνώρισαν τὸν Θεόν, δὲν τὸν ἐτίμησαν ὡς Θεὸν οὔτε τὸν εὐχαρίστησαν, ἀλλὰ μὲ τὰς σκέψεις των παρεδόθησαν εἰς μάταια πράγματα καὶ ἐσκοτίσθηκε ἡ ἀνόητη διάνοιά τους.
22 Ἐνῷ ἔλεγαν ὅτι εἶναι σοφοί, ἔγιναν μωροὶ
23 καὶ ἀντήλλαξαν τὴν λαμπρότητα τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ μὲ τὸ ὁμοίωμα τῆς μορφῆς φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πτηνῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν.
24 Διὰ τοῦτο, τοὺς παρέδωσε ὁ Θεὸς μὲ τὰς ἐπιθυμίας τῶν καρδιών τους εἰς ἀκαθαρσίαν, ὥστε νὰ ἀτιμάζουν τὰ σώματά τους μεταξύ τους.
25 Ἀντήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ψεῦδος καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τὴν κτίσιν ἀντὶ τοῦ Δημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι εὐλογητὸς αἰωνίως. Ἀμήν.
26 Διὰ τοῦτο τοὺς παρέδωσε ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμωτικά, διότι καὶ αἱ γυναῖκες τους ἀντήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν μὲ τὴν ἀφύσικην,
27 ὁμοίως καὶ οἱ ἄνδρες, ἀφοῦ ἄφησαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς γυναικός, ἄναψαν ἀπὸ τὰς ὀρέξεις τους μεταξύ τους, ὥστε ἀσελγοῦν ἄνδρες μὲ ἄνδρες, ἀπολαμβάνοντες ἔτσι ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον τὴν ἀνταμοιβὴν τῆς πλάνης των ποὺ τοὺς ἄξιζε.
28 Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔκριναν ἄξιον λόγου τὸ νὰ ἔχουν ὀρθὴν γνῶσιν διὰ τὸν Θεόν, τοὺς παρέδωσε ὁ Θεὸς εἰς ἀνάξιον νοῦν, ὥστε νὰ κάνουν ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἀρμόζει,
29 γεμᾶτοι ἀπὸ κάθε ἀδικίαν, πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν, γεμᾶτοι φθόνον, φόνον, ἔριδα, δόλον, κακοήθιαν, ψιθυρισταί,
30 συκοφάνται, ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ, ὑβρισταί, ὑπερήφανοι, ἀλαζόνες, ἐφευρέται κακῶν, ἀπειθεὶς εἰς τοὺς γονεῖς,
31 ἀνόητοι, ἄστατοι, ἄστοργοι, σκληροί, ἀνελεήμονες,
32 οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ἐγνώρισαν τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ κάνουν τέτοια πράγματα εἶναι ἄξιοι θανάτου, ὄχι μόνον τὰ κάνουν ἀλλὰ καὶ ἐπιδοκιμάζουν ἐκείνους ποὺ τὰ κάνουν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2

Οἱ Ἰουδαῖοι ἐπίσης παραβάται

1 Διὰ τοῦτο εἶσαι ἀναπολόγητος, ὦ ἄνθρωπε, ὅποιος κι’ ἂν εἶσαι σὺ ποὺ κρίνεις, διότι κρίνοντας τὸν ἄλλον, κατακρίνεις τὸν ἑαυτόν σου, ἐφ’ ὅσον κάνεις τὰ ἴδια καὶ σὺ ποὺ κατακρίνεις.
2 Γνωρίζομεν δὲ ὅτι ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἐπέρχεται δικαίως εἰς ἐκείνους ποὺ κάνουν τέτοια πράγματα.
3 Φαντάζεσαι, ὦ ἄνθρωπε, σὺ ποὺ κρίνεις ἐκείνους ποὺ κάνουν τέτοια πράγματα καὶ κάνεις τὰ ἴδια, ὅτι σὺ θὰ ἀποφύγῃς τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ;
4 Ἢ καταφρνεῖς τὸν πλοῦτον τῆς καλωσύνης του καὶ τὴν ἀνοχὴν καὶ μακροθυμίαν του καὶ δὲν ἀναγνωρίζεις ὅτι ἡ καλωσύνη τοῦ Θεοῦ σὲ ὁδηγεῖ εἰς μετάνοιαν;
5 Ἀνάλογα δὲ πρὸς τὴν σκληρότητά σου καὶ τὴν ἀμετανόητη καρδιά σου ἐπισωρεύεις διὰ τὸν ἑαυτόν σου ὀργήν, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἀποκαλύψεως τῆς δικαίας κρίσεως τοῦ Θεοῦ,
6 ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του,
7 εἰς ἐκείνους ποὺ ἀσχολούμενοι μὲ ὑπομονὴν σὲ καλὰ ἔργα, ἐπιδιώκουν δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀθανασίαν, θὰ ἀποδώσῃ ζωὴν αἰώνιον,
8 εἰς ἐκείνους ὅμως ποὺ εἶναι ἐγωϊσταὶ καὶ ἀπειθοῦν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ὑπακούουν δὲ εἰς τὸ κακόν, θὰ ἐπέλθῃ θυμὸς καὶ ὀργή.
9 Θλῖψις καὶ στεναχωρία διὰ κάθε κακοποιόν, διὰ τὸν Ἰουδαῖον πρῶτα καὶ ἐπίσης διὰ τὸν Ἕλληνα,
10 δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη διὰ τὸν καθένα ποὺ κάνει τὸ καλόν, διὰ τὸν Ἰουδαῖον πρῶτα καὶ ἐπίσης διὰ τὸν Ἕλληνα, διότι ὁ Θεὸς δὲν μεροληπτεῖ.
11 Ὅσοι ἁμάρτησαν χωρὶς τὸν νόμον, χωρὶς τὸν νόμον καὶ θὰ ἀπολεσθοῦν,
12 καὶ ὅσοι ἁμάρτησαν ἐνῷ ἦσαν ὑπὸ τὸν νόμον θὰ κριθοῦν μὲ τὸν νόμον.
13 Διότι δὲν θὰ δικαιωθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸν νόμον, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸν νόμον θὰ κηρυχθοῦν δίκαιοι.
14 Ὅταν οἱ ἐθνικοὶ ποὺ δὲν ἔχουν τὸν νόμον, ἐφαρμόζουν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκ φύσεως, τότε, ἂν καὶ δὲν ἔχουν νόμον, ἔχουν τὸν ἑαυτόν τους διὰ νόμον,
15 διότι ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ ἔργον ποὺ ζητεῖ ὁ νόμος εἶναι γραμμένον στὶς καρδιές τους, συγχρόνως δὲ μαρτυρεῖ καὶ ἡ συνείδησίς των, καὶ αἱ σκέψεις των μεταξύ των κατηγοροῦν ἢ καὶ ἀπολογοῦνται,
16 ὅπως θὰ φανῇ τὴν ἡμέραν, ὅταν, σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιόν μου, ὁ Θεὸς θὰ κρίνῃ τὰ κρυφὰ τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
17 Ἀλλ’ ἐὰν ἐσὺ ὀνομάζεσαι Ἰουδαῖος καὶ ἀναπαύεσαι εἰς τὸν νόμον καὶ καυχᾶσαι διὰ τὸν Θεόν σου,
18 καὶ ξέρῃς τὸ θέλημά του καὶ διακρίνῃς τὸ καλόν, διότι διδάσκεσαι ἀπὸ τὸν νόμον,
19 καὶ εἶσαι βέβαιος ὅτι εἶσαι ὁδηγὸς τῶν τυφλῶν, φῶς εἰς ἐκείνους ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι,
20 παιδαγωγὸς τὼν ἀνοήτων, διδάσκαλος νηπίων, διότι ἔχεις εἰς τὸν νόμον τὴν οὐσίαν τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας.
21 Σὺ λοιπὸν ποὺ διδάσκεις τὸν ἄλλον, τὸν ἑαυτόν σου δὲν τὸν διδάσκεις; Σὺ ποὺ κηρύττεις νὰ μὴ κλέβῃ κανείς, κλέβεις;
22 Σὺ ποὺ λέγεις νὰ μὴ μοιχεύῃ κανείς, μοιχεύεις; Σὺ ποὺ συχαίνεσαι τὰ εἴδωλα, διαπράττεις ἱεροσυλίαν;
23 Σὺ ποὺ καυχᾶσαι διὰ τὸν νόμον, ἀτιμάζεις τὸν Θεὸν μὲ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου;
24 Ἐξ αἰτίας σου τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ βλασφημεῖται μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν, καθὼς εἶναι γραμμένον.
25 Ἡ περιτομὴ ὠφελεῖ, ἐὰν ἐφαρμόζῃς τὸν νόμον, ἐὰν ὅμως παραβαίνῃς τὸν νόμον, ἡ περιτομὴ σου εἶναι σὰν νὰ μὴν εἶχε γίνει.
26 Ἔτσι καὶ ἐὰν ὁ ἀπερίτμητος φυλάττῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν θὰ θεωρηθῇ σὰν νὰ εἶχε περιτμηθῆ;
27 Καὶ θὰ καταδικάσῃ ὁ ἐκ φύσεως ἀπερίτμητος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐφαρμόζει τὸν νόμον, σέ, ὁ ὁποῖος παρὰ τὸν γραπτὸν νόμον καὶ τὴν περιτομὴν εἶσαι παραβάτης τοῦ νόμου.
28 Διότι δὲν εἶναι Ἰουδαῖος ἐκεῖνος ποὺ εἶναι εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν Ἰουδαῖος, οὔτε εἶναι περιτομὴ πραγματικὴ ἐκείνη ποὺ εἶναι ἐξωτερική, εἰς τὴν σάρκα.
29 Πραγματικὸς Ἰουδαῖος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἶναι εἰς τὸ ἐσωτερικόν του Ἰουδαῖος καὶ πραγματικὴ περιτομὴ εἶναι ἡ τῆς καρδιάς, ζήτημα πνεύματος καὶ ὄχι γράμματος. Ἕνας τέτοιος παίρνει ἔπαινον ὄχι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἀλλ’ ἀπὸ τὸν Θεόν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3

Ἀπάντησις εἰς ἀντιρρήσεις

1 Ποιό εἶναι λοιπὸν τὸ πλεονέκτημα τοῦ Ἰουδαίου ἢ ποιά ἡ ὠφέλεια τῆς περιτομῆς;
2 Μεγάλη ἀπὸ κάθε ἄποψιν. Πρῶτον ὅτι τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ εἰς αὐτοὺς εἶναι ἐμπιστευμένα.
3 Διότι τί σημασίαν ἔχει ἐὰν μερικοὶ ἔγιναν ἄπιστοι; Μήπως ἡ ἀπιστία τους μπορῇ νὰ καταργήσῃ τὴν ἀξιοπιστίαν τοῦ Θεοῦ;
4 Ὄχι βέβαια! Ἂς ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀληθής, καὶ κάθε ἄνθρωπος ψεύτης, καθὼς εἶναι γραμμένον, Διὰ νὰ ἀποδειχθῇς δίκαιος εἰς τὰ λόγια σου καὶ νὰ νικήσῃς ὅταν σὲ κρίνουν.
5 Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀδικία μας ἀναδεικνύῃ τὴν δικαιοσύνην τοῦ Θεοῦ, τί θὰ συμπεράνωμεν; Μήπως εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, ὅταν ἐπιφέρῃ τὴν ὀργήν; Κατὰ ἀνθρώπινον τρόπον μιλῶ.
6 Ὄχι βέβαια! Διότι τότε πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ ὁ Θεὸς τὸν κόσμον;
7 Ἐὰν διὰ τοῦ ψεύδους μου ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ κατεδείχθη μεγάλη πρὸς δόξαν του, γιατὶ ἀκόμη κατακρίνομαι ὡς ἁμαρτωλός;
8 Καὶ γιατὶ νὰ μὴ κάνωμε τὸ κακὸ διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ καλό, ὅπως μερικοὶ μᾶς συκοφαντοῦν ὅτι τάχα ἐμεῖς λέμε; Αὐτοὶ εἶναι ἄξιοι τῆς καταδίκης των.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἔνοχοι

9 Τί συμπέρασμα λοιπὸν βγαίνει; Ἔχομεν ἐμεῖς οἱ Ἰουδαῖοι ὑπεροχήν; Καθόλου, διότι κατηγορήσαμεν ἤδη καὶ τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἕλληνας ὅτι εἶναι ὅλοι ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν,
10 καθὼς εἶναι γραμμένον, Δὲν ὑπάρχει δίκαιος, οὔτε ἕνας, δὲν ὑπάρχει κανένας συνετός,
11 δὲν ὑπάρχει κανένας ποὺ νὰ ζητῇ τὸν Θεόν, ὅλοι παρεξέκλιναν, συγχρόνως ἐξηχρειώθησαν,
12 δὲν ὑπάρχει κανένας ποὺ νὰ κάνῃ τὸ καλόν, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας.
13 Τάφος ἀνοικτὸς εἶναι ὁ λάρυγγάς τους, μὲ τὴν γλῶσσάν τους ἦσαν δόλιοι, φαρμάκι ἀπὸ ὀχιὲς εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ χείλη τους.
14 Τὸ στόμα τους εἶναι γεμᾶτο κατάραν καὶ πικρίαν,
15 τὰ πόδια τους τρέχουν γρήγορα διὰ νὰ χύσουν αἷμα,
16 καταστροφὴ καὶ δυστυχία εἶναι εἰς τὸν δρόμον τους
17 καὶ τὸν δρόμον τῆς εἰρήνης δὲν ἐγνώρισαν.
18 Δὲν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τους.
19 Γνωρίζωμεν δὲ ὅτι ὅσα λέγει ὁ νόμος, τὰ λέγει εἰς ἐκείνους ποὺ εἶναι ὑπὸ τὸν νόμον, διὰ νὰ βουλωθῇ κάθε στόμα καὶ ὅλος ὁ κόσμος νὰ γίνῃ ὑπόδικος εἰς τὸν Θεόν,
20 διότι κανεὶς ἄνθρωπος δὲν θὰ δικαιωθῇ ἐμπρός του ἐπειδὴ ἐτήρησε τὸν νόμον. Ὁ νόμος φέρει μόνον τὴν συναίσθησιν ἁμαρτίας.

Δικαίωσις διὰ τῆς ἐν Χριστῷ πίστεως

21 Ἀλλὰ τώρα ἦλθε εἰς φῶς δικαίωσις, ἀνεξαρτήτως νόμου, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας,
22 δικαίωσις ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν δι’ ὅλους καὶ εἰς ὅλους ποὺ πιστεύουν.
23 Δὲν ὑπάρχει διάκρισις, διότι ὅλοι ἁμάρτησαν καὶ στεροῦνται τῆς θείας δόξης,
24 καὶ παίρνουν τὴν δικαίωσιν δωρεὰν μὲ τὴν χάριν του διὰ τῆς λυτρώσεως, ποὺ ἔγινε διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ,
25 τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς προώρισε νὰ εἶναι, διὰ μέσου τῆς πίστεως, τὸ ὄργανον ἐξιλασμοῦ διὰ τοῦ αἵματός του, καὶ τοῦτο διὰ νὰ φανῇ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶχε παραβλέψει τὰς ἁμαρτίας τοῦ παρελθόντος,
26 εἰς τὴν περίοδον τῆς ἀνοχῆς του, διὰ νὰ φανῇ ἡ δικαιοσύνη του εἰς τὸν παρόντα καιρόν, ὥστε νὰ εἶναι δίκαιος καὶ συγχρόνως νὰ δικαιώνῃ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει εἰς τὸν Ἰησοῦν.
27 Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ καύχησις; Ἀπεκλείσθη. Μὲ ποιόν νόμον; Τὸν νόμον τῶν ἔργων; Ὄχι, ἀλλὰ μὲ τὸν νόμον ποὺ ἀπαιτεῖ πίστιν.
28 Πιστεύομεν λοιπὸν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δικαιώνεται μὲ τὴν πίστιν χωρὶς τὰ ἔργα τοῦ νόμου.
29 Νομίζετε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Θεὸς τῶν Ἰουδαίων μόνον; Δὲν εἶναι καὶ τῶν ἐθνικῶν; Ναὶ καὶ τῶν ἐθνικῶν, ἀφοῦ ἕνας εἶναι ὁ Θεός.
30 Αὐτὸς θὰ δικαιώσῃ τὸν περιτμημένον διὰ τῆς πίστεως καὶ τὸν ἀπερίτμητον διὰ τῆς πίστεως.
31 Καταργοῦμεν λοιπὸν τὸν νόμον διὰ τῆς πίστεως; Μὴ γένοιτο, τοὐναντίον ἀνορθώνομεν τὸν νόμον.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4

Τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀβραάμ

1 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν, ὅτι ἐπέτυχε ὁ Ἀβραάμ, ὁ φυσικὸς πατέρας μας;
2 Ἐὰν ὁ Ἀβραὰμ ἔλαβε δικαίωσιν ἀπὸ τὰ ἔργα του, θὰ ἔχῃ λόγον νὰ καυχᾶται ἀλλ’ ὄχι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
3 Διότι τί λέγει ἡ γραφή; Ἐπίστεψε ὁ Ἀβραὰμ εἰς τὸν Θεὸν καὶ αὐτὸ τοῦ λογαριάσθηκε πρὸς δικαίωσιν.
4 Ἀλλὰ εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἐργάζεται, ὁ μισθὸς δὲν τοῦ λογαριάζεται ὡς χάρις ἀλλ’ ὡς ὀφειλή.
5 Ἐνῷ εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἐργάζεται, ἀλλὰ πιστεύει εἰς τὸν Θεὸν ποὺ δικαιώνει τὸν ἀσεβῆ, λογαριάζεται ἡ πίστις του πρὸς δικαίωσιν,
6 ὅπως καὶ ὁ Δαυΐδ λέγει διὰ τὴν εὐτυχίαν τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ λογαριάζει δικαίωσιν, χωρὶς ἔργα:
7 Εὐτυχεῖς εἶναι ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων συγχωρήθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ τῶν ὁποίων ἐσκεπάσθησαν αἱ ἁμαρτίαι.
8 Εὐτυχὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς δὲν θὰ λογαριάσῃ ἁμαρτίαν.
9 Ὁ μακαρισμὸς αὐτὸς ἀναφέρεται εἰς τὸν περιτμημένον ἢ καὶ εἰς τὸν ἀπερίτμητον; Λέγομεν ὅτι εἰς τὸν Ἀβραὰμ λογαριάσθηκε ἡ πίστις πρὸς δικαίωσιν.
10 Πότε λοιπὸν τοῦ λογαριάσθηκε; Ὅταν ἦτο περιτμημένος ἢ ὅταν ἦτο ἀπερίτμητος; Ὄχι ὅταν ἦτο περιτμημένος, ἀλλ’ ὅταν ἦτο ἀπερίτμητος,
11 καὶ ἔλαβε τὸ σημάδι τῆς περιτομῆς σὰν σφραγίδα ποὺ ἐπιστοποιοῦσε τὴν δικαίωσίν του βάσει τῆς πίστεως, ποὺ εἶχε ὅταν ἦτο ἀπερίτμητος. Καὶ ἔτσι εἶναι πατέρας ὅλων ποὺ πιστεύουν ὅταν εἶναι ἀπερίτμητοι, διὰ νὰ λογαριασθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ πίστις των διὰ δικαίωσιν,
12 καὶ πατέρας ἐκείνων ἐκ τῶν περιτμημένων ποὺ δὲν ἀρκοῦνται μόνον εἰς τὴν περιτομὴν ἀλλὰ καὶ βαδίζουν εἰς τὰ ἴχνη τῆς πίστεως ποὺ εἶχε ὁ πατέρας μας Ἀβραάμ, ὅταν ἀκόμη ἦτο ἀπερίτμητος.
13 Διότι δὲν ἔγινε διὰ τοῦ νόμου ἡ ὑπόσχεσις εἰς τὸν Ἀβραὰμ ἢ εἰς τοὺς ἀπογόνους του, ὅτι θὰ ἦτο ὁ κόσμος κληρονομία του, ἀλλὰ διὰ τῆς δικαιώσεως ποὺ ἔλαβε διὰ πίστεως.
14 Ἐὰν κληρονόμοι ἦσαν οἱ ἐξαρτώμενοι ἐκ τοῦ νόμου, τότε ἡ πίστις δὲν ἔχει ἀξίαν καὶ ἡ ὑπόσχεσις καταργεῖται,
15 διότι ὁ νόμος δημιουργεῖ ὀργήν, ἀλλ’ ὅπου δὲν ὑπάρχει νόμος, δὲν ὑπάρχει οὔτε παράβασις.
16 Διὰ τοῦτο ἡ ὑπόσχεσις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πίστιν, διὰ νὰ εἶναι ὡς δῶρον χάριτος καὶ νὰ ἰσχύῃ δι’ ὅλους τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ, ὄχι μόνον δι’ ἐκείνους ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴν πίστιν τοῦ Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος εἶναι πατέρας ὅλων μας,
17 καθὼς εἶναι γραμμένον, Σὲ ἔκανα πατέρα πολλῶν ἐθνῶν – ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἐπίστεψε, τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ζωοποιεῖ τοὺς νεκροὺς καὶ καλεῖ ὅ,τι δὲν ὑπάρχει σὰν νὰ ὑπῆρχεν.
18 Αὐτὸς παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα ἐπίστεψε μὲ ἐλπίδα εἰς τὸ ὅτι θὰ γίνῃ πατέρας πολλῶν ἐθνῶν σύμφωνα πρὸς ἐκεῖνο ποὺ τοῦ εἶχε λεχθῆ, Τόσον πολλοὶ θὰ εἶναι οἱ ἀπόγονοί σου·
19 καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐκλονίσθη εἰς τὴν πίστιν, δὲν ἐσκέφθηκε τὸ σῶμα του ποὺ ἦτο ἤδη νεκρωμένον, ἀφοῦ ἦτο περίπου ἑκατὸ χρονῶν, οὔτε τὴν νέκραν τῆς μήτρας τῆς Σάρρας.
20 Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔδειξε ἀμφιβολίας λόγῳ ἀπιστίας, ἀλλ’ ἔγινε σταθερώτερος διὰ τῆς πίστεως, ἀποδώσας δόξαν εἰς τὸν Θεόν,
21 ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι εἶναι δυνατὸς νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο ποὺ εἶχε ὑποσχεθῆ.
22 Διὰ τοῦτο καὶ τοῦ λογαριάσθηκε ἡ πίστις πρὸς δικαίωσιν.
23 Δὲν ἐφράφηκε δὲ μόνον γι’ αὐτὸν ὅτι τοῦ λογαριάσθηκε,
24 ἀλλὰ καὶ γιὰ μᾶς, εἰς τοὺς ὁποίους εἰς τὸ ἑξῆς θὰ λογαριάζεται, εἰς ὅσους δηλαδὴ πιστεύουν εἰς τὸν Θεὸν ποὺ ἀνέστησε ἐκ νακρῶν τὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριόν μας,
25 ὁ ὁποῖος παραδόθηκε εἰς θάνατον διὰ τὰ παραπτώματά μας καὶ ἀναστήθηκε διὰ τὴν δικαίωσίν μας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5

Συνέπειαι τῆς πίστεως

1 Ἀφοῦ λοιπὸν ἐδικαιωθήκαμε διὰ τῆς πίστεως, ἔχομεν εἰρήνην μὲ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
2 διὰ τοῦ ὁποίου ἔχομεν διὰ τῆς πίστεως καὶ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν χάριν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν στεκόμεθα, καὶ καυχώμεθα διὰ τὴν ἐλπίδα μας εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
3 Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καυχώμεθα καὶ διᾶ τὰς θλίψεις, διότι γνωρίζομεν ὅτι ἡ θλῖψις παράγει ὑπομονήν,
4 ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμασμένον χαρακτῆρα, ὁ δὲ δοκιμασμένος χαρακτὴρ ἐλπίδα,
5 ἡ δὲ ἐλπὶς δὲν ντροπιάζει, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι χυμένη στὶς καρδιές μας διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ποὺ μᾶς ἐδόθηκε.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φανερώνεται εἰς τὸν θάνατον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

6 Διότι ὅταν ἐμεῖς ἤμεθα ἀκόμη ἀδύνατοι, ὁ Χριστὸς ἐπέθανε κατὰ τὸν ὡρισμένον καιρόν, ὑπὲρ τῶν ἀσεβῶν.
7 Διότι μετὰ δυσκολίας θὰ πεθάνῃ κανεὶς δι’ ἕνα δίκαιον· διὰ τὸν ἀγαθὸν ἴσως νὰ τολμήσῃ κανεὶς νὰ πεθάνῃ.
8 Ὁ Θεὸς ὅμως ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπην του σ’ ἐμᾶς μὲ τὸ ὅτι, ἐνῷ ἐμεῖς ἤμεθα ἀκόμη ἁμαρτωλοί, ὁ Χριστὸς ἐπέθανε γιὰ μᾶς.
9 Πολὺ περισσότερον λοιπὸν ἀφοῦ ἐδικαιωθήκαμε τώρα διὰ τοῦ αἵματός του, θὰ σωθοῦμε δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ὀργήν.
10 Διότι ἐάν, ὅταν ἤμεθα ἐχθροί, συμφιλιωθήκαμε μὲ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ του, πολὺ περισσότερον, ἀφοῦ συμφιλιωθήκαμε, θὰ σωθοῦμε διὰ τῆς ζωῆς του.
11 Ὄχι μόνο δὲ θὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα διὰ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου τώρα ἐλάβαμε τὴν συμφιλίωσιν.

Θάνατος διὰ τοῦ Ἀδάμ. Ζωὴ διὰ τοῦ Χριστοῦ

12 Διὰ τοῦτο, ὅπως δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἐμπῆκε ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, ἔτσι διαδόθηκε ὁ θάνατος καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ ὅλοι ἁμάρτησαν.
13 Μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ νόμου ὑπῆρχε ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον, ἀλλὰ δὲν καταλογίζεται ἁμαρτία ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει νόμος.
14 Καὶ ὅμως ἐβασίλευσε ὁ θάνατος ἀπὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Μωϋσέως καὶ εἰς ἐκείνους, ποὺ δὲν ἁμάρτησαν κατὰ τρόπον ὅμοιον μὲ τὴν παράβασιν τοῦ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος εἶναι τύπος τοῦ μέλλοντος νὰ ἔλθῃ.
15 Ἀλλὰ τὸ δῶρον τῆς χάριτος δὲν εἶναι ὅπως τὸ ἁμάρτημα. Διότι ἐὰν λόγῳ τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ ἑνὸς ἐπέθαναν οἱ πολλοί, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δωρεὰ ποὺ ἦλθε διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦτο πλέον ἢ ἀρκετὴ διὰ τοὺς πολλούς.
16 Δὲν ὑπάρχει ἀναλογία μεταξὺ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου καὶ τῆς δωρεᾶς· διότι ἡ ἀπόφασις μετὰ τὸ ἁμάρτημα τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἦτο ἀπόφασις καταδικαστική, ἀλλ’ ἡ χαριστικὴ πρᾶξις κατόπιν πολλῶν ἁμαρτημάτων ἔφερε δικαίωσιν.
17 Ἐὰν λοιπὸν διὰ τοῦ ἁμαρτήματος τοῦ ἑνὸς ἐβασίλευσε ὁ θάνατος διὰ τοῦ ἑνός, τότε πολὺ περισσότερον ἐκεῖνοι ποὺ παίρνουν τὴν ὑπεράφθονη χάριν καὶ τὴν δικαίωσιν ὡς δῶρον θὰ βασιλεύσουν εἰς τὴν ζωὴν διὰ τοῦ ἑνὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ.
18 Ὥστε λοιπόν, καθὼς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἦτο ἡ καταδίκη ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς δικαίας πράξεως ἦτο δικαίωσις καὶ ζωὴ δι’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
19 Διότι ὅπως διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου οἱ πολλοὶ ἔγιναν ἁμαρτωλοί, ἔτσι καὶ διὰ τῆς ὑπακοὴς τοῦ ἑνὸς θὰ λάβουν δικαίωσιν οἱ πολλοί.
20 Ὁ νόμος παρεισέφρυσε διὰ νὰ πολλαπλασιασθοῦν αἱ παραβάσει, ἀλλ’ ὅπου πολλαπλασιάσθηκε ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ ξεχείλισε ἡ χάρις, ὥστε,
21 καθὼς ἐβασίλευσε ἡ ἁμαρτία διὰ μέσου τοῦ θανάτου, ἔτσι νὰ βασιλεύσῃ καὶ ἡ χάρις διὰ τῆς δωρεὰν δικαιώσεως, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν αἰώνιον ζωὴν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6

Ἡ ἕνωσις μὲ τὸν Χριστὸν ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν ἁμαρτίαν

1 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν; Θὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν διὰ νὰ πλεονάσῃ ἡ χάρις; Μὴ γένοιτο.
2 Ἐμεῖς ποὺ ἐπεθάναμε ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, πῶς μποροῦμε νὰ ζοῦμε ἀκόμη μέσα σ’ αὐτήν;
3 Ἢ δὲν ξέρετε ὅτι ὅλοι ἐμεῖς ποὺ βαπτισθήκαμε εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, βαπτισθήκαμε εἰς τὸν θάνατόν του;
4 Ἔχομεν ταφῆ λοιπὸν μαζί του διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον ὥστε, ὅπως ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν μὲ τὴν δόξαν τοῦ Πατέρα, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ζήσωμεν μία νέα ζωή.
5 Διότι ἐὰν ἑνωθήκαμε μαζί του σὲ ἕνα θάνατον σὰν τὸν δικό του, τότε θὰ ἑνωθοῦμε μαζί του καὶ σὲ μία ἀνάστασι σὰν τὴν δική του,
6 διότι γνωρίζομεν ὅτι ὁ παλαιὸς ἑαυτός μας ἐσταυρώθηκε μὲ τὸν Χριστόν, διὰ νὰ καταστραφῇ τὸ ἁμαρτωλὸν σῶμα, ὥστε νὰ μὴ εἴμεθα πλέον δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας,
7 διότι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πεθάνει ἔχει ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν.
8 Ἀλλ’ ἐὰν ἐπεθάναμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, πιστεύομεν ὅτι καὶ θὰ ζήσωμεν μαζί του.
9 Γνωρίζομεν ὅτι ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, δὲν θὰ πεθάνῃ πλέον, ὁ θάνατος δὲν ἔχει πλέον ἐξουσίαν ἐπάνω του.
10 Διότι τὸν θάνατον ποὺ ὑπέστη, τὸν ὑπέστη μιὰ γιὰ πάντα ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, τὴν ζωὴν δὲ ποὺ ζῆ, τὴν ζῆ διὰ τὸν Θεόν.
11 Ἔτσι καὶ σεῖς νὰ θεωρῆτε τοὺς ἑαυτούς σας ὅτι εἶσθε νεκροὶ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀλλὰ ζωντανοὶ διὰ τὸν Θεόν, ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριόν μας.
12 Ἂς μὴ βασιλεύῃ λοιπὸν ἡ ἁμαρτία εἰς τὸ θνητόν σας σῶμα, διὰ νὰ σᾶς κάνῃ νὰ ὑπακούετε εἰς τὰς ἐπιθυμίας του.
13 Οὔτε νὰ ἔχετε τὰ μέλη σας εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἁμαρτίας, σὰν ὄργανα διὰ τὸ κακόν, ἀλλὰ νὰ προσφέρετε τοὺς ἑαυτούς σας εἰς τὸν Θεόν, σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἀνέζησαν ἐκ νεκρῶν, καὶ τὰ μέλη σας εἰς αὐτόν, σὰν ὄργανα διὰ νὰ κάνουν τὸ καλόν.
14 Διότι ἡ ἁμαρτία δὲν θὰ σᾶς ἐξουσιάζῃ, ἀφοῦ δὲν εἶσθε κάτω ἀπὸ τὸν νόμον ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.

Παράδειγμα ἀπὸ τὴν δουλείαν

15 Τί λοιπόν; Θὰ ἁμαρτήσωμεν ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα κάτω ἀπὸ τὸν νόμον ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὴν χάριν; Μὴ γένοιτο.
16 Δὲν ξέρετε ὅτι ὅταν προσφέρετε τοὺς ἑαυτούς σας δούλους σὲ κάποιον διὰ νὰ τὸν ὑπακούετε, εἶσθε δοῦλοι ἐκείνου ποὺ ὑπακούετε, ἢ δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας ποὺ καταλήγει εἰς θάνατον ἢ τῆς ὑπακοῆς ποὺ φέρει δικαίωσιν;
17 Ἀλλὰ δόξα εἰς τὸν Θεόν, διότι σεῖς ποὺ ἤσαστε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ὑπακούσατε μὲ τὴν καρδιά σας εἰς τὸν τύπον τῆς διδασκαλίας, εἰς τὸν ὁποῖον παραδοθήκατε, καί,
18 ἀφοῦ ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἐγίνατε δοῦλοι τῆς δικαιοσύνης.
19 Μιλῶ κατὰ ἀνθρώπινον τρόπον ἕνεκα τῆς φυσικῆς σας ἀδυναμίας. Ὅπως δηλαδὴ παραδώσατε ἄλλοτε τὰ μέλη σας ὑπόδουλα εἰς τὴν ἀκαθαρσίαν καὶ τὴν ἀνομίαν, ποὺ συνετέλεσε εἰς τὴν ἀνομίαν σας, ἔτσι τώρα νὰ παραδώσετε τὰ μέλη σας ὑπόδουλα εἰς τὴν δικαιοσύνην, ποὺ θὰ συντελέσῃ εἰς τὸν ἁγιασμόν σας.
20 Διότι ὅταν ἤσαστε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἤσαστε ἐλεύθεροι ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνην.
21 Καὶ τί κέρδος εἴχατε τότε ἀπὸ τὰ ἔργα σας διὰ τὰ ὁποῖα τώρα ἐντρέπεσθε; Τὸ τέλος ἐκείνων εἶναι ὁ θάνατος.
22 Ἀλλὰ τώρα ποὺ ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ ὑποδουλωθήκατε εἰς τὸν Θεόν, ἔχετε κέρδος ποὺ σᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν ἁγιασμόν, καὶ τελικὰ εἰς ζωὴν αἰώνιον.
23 Διότι ὁ μισθὸς ποὺ πληρώνει ἡ ἁμαρτία εἶναι θάνατος, ἐνῶ τὸ δῶρον τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωὴ αἰώνιος διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7

Παράδειγμα ἀπὸ τὸν γάμον

1 Δὲν ξέρετε, ἀδελφοί, – ὁμιλῶ βέβαια σὲ ἀνθρώπους ποὺ γνωρίζουν τὸν νόμον – ὅτι ὁ νόμος ἔχει κυριαρχίαν ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῆ ὁ ἄνθρωπος;
2 Ὅπως ἡ παντρεμένη γυναῖκα, ἡ ὁποία εἶναι δεμένη διὰ νόμου μὲ τὸν ἄνδρα της, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς ζῆ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἄνδρας πεθάνῃ, εἶναι ἀποδεσμευμένη ἀπὸ τὸν νόμον τῶν συζύγων.
3 Ὥστε, ἐφ’ ὅσον ζῆ ὁ ἄνδρας της, ἐὰν συνδεθῇ μὲ ἄλλον ἄνδρα, θὰ γίνῃ μοιχαλίς, ἐὰν ὅμως πεθάνῃ ὁ ἄνδρας, εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸν νόμον καὶ δὲν θεωρεῖτε μοιχαλὶς ἐὰν συνδεθῇ μὲ ἄλλον ἄνδρα.
4 Ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ σεῖς θανατωθήκατε ὡς πρὸς τὸν νόμον διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ διὰ νὰ συνδεθεῖτε μὲ ἄλλον, μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, διὰ νὰ φέρωμε καρπὸν διὰ τὸν Θεόν.΄
5 Ὅταν ἐζούσαμε ζωὴν σαρκικήν, τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη μας, διεγειρόμενα ἐξ’ αἰτίας τοῦ νόμου, ἐνεργοῦσαν εἰς τὰ μέλη μας ὥστε νὰ φέρουν καρποὺς διὰ τὸν θάνατον.
6 Τώρα ὅμως ἐλευθερωθήκαμε ἀπὸ τὸν νόμον, ἐπειδὴ ἐπεθάναμε ὡς πρὸς τὸν νόμον ποὺ μᾶς ἐκρατοῦσε αἰχμαλώτους, καὶ ἔτσι ὑπηρετοῦμε εἰς τὴν νέαν ζωὴν τοῦ Πνεύματος καὶ ὄχι κάτω ἀπὸ τὸ παλαιὸν γραπτὸν κώδικα.

Νόμος καὶ ἁμαρτία

7 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν; Ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἁμαρτία; Μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν δὲν θὰ τὴν εἶχα γνωρίσει παρὰ διὰ τοῦ νόμου. Καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τὴν κακὴν δὲν θὰ τὴν ἤξερα, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἔλεγε: Νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃς.
8 Διὰ τῆς ἐντολῆς ἐκείνης εὑρῆκε τὴν εὐκαιρίαν ἡ ἁμαρτία καὶ ἐξύπνησε μέσα μου κάθε κακὴν ἐπιθυμίαν, διότι χωρὶς νόμον ἡ ἁμαρτία εἶναι νεκρή.
9 Ἐγὼ ζοῦσα κάποτε χωρὶς νὰ ἔχω νόμον, ἀλλ’ ὅταν ἦλθε ἡ ἐντολή, ἡ ἁμαρτία ἀνέζησε, ἐγὼ δὲ πέθανα,
10 καὶ ἔτσι ἡ ἐντολή, ποὺ ἦτο προωρισμένη νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ζωήν, σ’ ἐμένα ἔφερε θάνατον.
11 Διότι ἡ ἁμαρτία βρῆκε τὴν εὐκαιρίαν διὰ τῆς ἐντολῆς, μὲ ἐξηπάτησε καὶ διὰ τῆς ἐντολῆς μὲ ἐθανάτωσε.
12 Ὥστε ὁ νόμος εἶναι ἅγιος καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία, δίκαια καὶ ἀγαθή.
13 Τὸ καλὸν λοιπὸν ἔγινε γιὰ μένα θάνατος; Μὴ γένοιτο, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, διὰ νὰ φανερωθῇ σὰν ἁμαρτία, ἐχρησιμοποίησε τὸ καλὸν διὰ νὰ μοῦ προξενήσῃ θάνατον, καὶ ἔτσι νὰ γίνῃ ἡ ἁμαρτία ὑπερβολικὰ ἁμαρτωλὴ διὰ τῆς ἐντολῆς.

Ἡ διπλὴ φύσις τοῦ ἀνθρώπου

14 Γνωρίζομεν ὅτι ὁ νόμος εἶναι πνευματικός, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι σαρκικός, πουλημένος εἰς τὴν ἁμαρτίαν.
15 Δὲν μπορῶ νὰ ἐννοήσω τὰς ἰδικάς μου πράξεις, διότι δὲν κάνω ἐκεῖνο ποὺ θέλω ἀλλὰ κάνω ἐκεῖνο ποὺ μισῶ.
16 Ἀλλ’ ἐὰν κάνω ἐκεῖνο ποὺ θέλω, τότε συμφωνῶ ὅτι ὁ νόμος εἶναι καλός.
17 Ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἐνεργῶ πλέον ἐγῶ, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ κατοικεῖ μέσα μου.
18 Διότι ξέρω ὅτι δὲν κατοικεῖ τίποτε καλὸν μέσα μου, δηλαδὴ εἰς τὴν σάρκα μου. Ἡ θέλησις νὰ κάνω τὸ καλὸν ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τὸ κάνω,
19 διότι δὲν κάνω τὸ καλὸ ποὺ θέλω, ἀλλὰ τὸ κακὸν ποὺ δὲν θέλω, αὐτὸ κάνω.
20 Καὶ ἐὰν κάνω ἐκεῖνο ποὺ δὲν θέλω, τότε δὲν ἐνεργῶ πλέον ἐγὼ ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία ποὺ κατοικεῖ μέσα μου.
21 Καὶ ἔτσι βρίσκω τοῦτον τὸν νόμον, ὅτι δηλαδὴ ἐνῷ ἐγὼ θέλω νὰ κάνω τὸ καλόν, μέσα μου ὑπάρχει πρόχειρον τὸ κακόν.
22 Αἰσθάνομαι μεγάλην εὐχαρίστησιν εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἐσωτερικόν μου ἄνθρωπον, ἀλλὰ βλέπω ἄλλον νόμον εἰς τὰ μέλη μου,
23 ὁ ὁποῖος ἀντιστρατεύεται εἰς τὸν νόμον τοῦ λογικοῦ μου καὶ μὲ αἰχμαλωτίζει διὰ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας ποὺ ὑπάρχει εἰς τὰ μέλη μου.
24 Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! Ποιός θὰ μὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦτο τὸ καταδικασμένον εἰς θάνατον;
25 Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Ἄρα λοιπὸν ἐγὼ ὁ ἴδιος μὲ τὸν νοῦν μου δουλεύω εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν σάρκα μου εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8

Ἡ ζωὴ τοῦ Πνεύματος

1 Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τώρα καμμία καταδίκη δι’ ἐκείνους ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν [ποὺ ἡ ζωή τους δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς σαρκὸς ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Πνεύματος].
2 Διότι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος, ποὺ δίνει ζωήν, μὲ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.
3 Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κάνῃ ὁ νόμος, ἐπειδὴ τοῦ ἔλειπε ἡ δύναμις ἕνεκα τῆς ἀντιστάσεως τῆς σαρκός, τὸ ἔκανε ὁ Θεὸς μὲ τὸ νὰ στείλῃ τὸν Υἱόν του μὲ σῶμα ποὺ ἔμοιαζε μὲ τὸ δικό μας ἁμαρτωλὸν σῶμα καὶ ὡς θυσίαν διὰ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ κατεδίκασε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί,
4 διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ ἀπαίτησις τοῦ νόμου σ’ ἐμᾶς, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς σαρκὸς ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Πνεύματος.
5 Διότι ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς σαρκὸς φρονοῦν τὰ τῆς σαρκός, οἱ δὲ πνευματικοὶ φρονοῦν τὰ τοῦ Πνεύματος.
6 Τὸ σαρκικὸν φρόνημα εἶναι θάνατος, ἐνῷ τὸ φρόνημα τοῦ Πνεύματος εἶναι ζωὴ καὶ εἰρήνη.
7 Διότι τὸ σαρκικὸν φρόνημα εἶναι ἐχθρικὸν πρὸς τὸν Θεόν, καθ’ ὅσον δὲν ὑποτάσσεται εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποταχθῇ.
8 Ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι σαρκικοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀρέσουν εἰς τὸν Θεόν.
9 Σεῖς ὅμως δὲν εἶσθε σαρκικοὶ ἀλλὰ πνευματικοί, ἐὰν βέβαια κατοικῇ μέσα σας Πνεῦμα Θεοῦ. Ἐὰν ἕνας δὲν ἔχῃ Πνεῦμα Χριστοῦ, αὐτὸς δὲν εἶναι δικός του.
10 Ἐὰν ὅμως ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα σας, τότε τὸ σῶμα σας εἶναι νεκρὸν ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα σας ζωὴ ἕνεκα τῆς δικαιώσεώς σας.
11 Ἐὰν τὸ Πνεῦμα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνέστησε τὸν Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν, κατοικῇ μέσα σας, τότε ἐκεῖνος ποὺ ἀνέστησε τὸν Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν, θὰ δώσῃ ζωὴν καὶ εἰς τὰ θνητὰ σώματά σας διὰ τοῦ Πνεύματός του ποὺ κατοικεῖ μέσα σας.
12 Ἄρα λοιπόν, ἀδελφοί, εἴμεθα χρεῶσται ὄχι εἰς τὴν σάρκα, διὰ νὰ ζοῦμε ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς σαρκός,
13 διότι ἐὰν ζῆτε ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς σαρκός, τότε θὰ πεθαίνετε, ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοῦ Πνεύματος θανατώνετε τὰς πράξεις τοῦ σώματος, τότε θὰ ζήσετε.

Υἱοὶ τοῦ Θεοῦ

14 Διότι ὅσοι ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ εἶναι υἱοὶ τοῦ Θεοῦ.
15 Δὲν ἐλάβατε πνεῦμα δουλείας ποὺ νὰ σᾶς φέρῃ πάλιν εἰς τὴν κατάστασιν φόβου, ἀλλ’ ἐλάβατε πνεῦμα ποὺ σᾶς κάνει υἱούς, διὰ τοῦ ὁποίου φωνάζομεν «Ἀββᾶ, Πατέρα».
16 Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα μαρτυρεῖ μαζὶ μὲ τὸ πνεῦμα μας ὅτι εἴμεθα παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.
17 Ἐὰν δὲ εἴμεθα παιδιά του, τότε εἴμεθα καὶ κληρονόμοι· κληρονόμοι μὲν τοῦ Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν βέβαια πάσχωμεν μαζί του, διὰ νὰ δοξασθοῦμε ἐπίσημα μαζί του.

Ἡ μέλλουσα δόξα

18 Φρονῶ ὅτι τὰ παθήματα τοῦ παρόντος καιροῦ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν συγκρινόμενα πρὸς τὴν δόξαν ποὺ μέλλει νὰ ἀποκαλυφθῇ σ’ ἐμᾶς.
19 Ἡ πλάσις ἀναμένει μὲ λαχτάρα τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ.
20 Διότι ἡ πλάσις ὑποτάχθηκε εἰς τὴν ματαιότητα, ὄχι θεληματικά, ἀλλ’ ἐξ αἰτίας ἐκείνου ποὺ τὴν ὑπέταξε,
21 μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ πλάσις θὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὴν δουλείαν εἰς τὴν φθοράν, διὰ νὰ μπῇ εἰς τὴν ἔνδοξην ἐλευθερίαν τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ.
22 Γνωρίζομεν ὅτι ὁλόκληρη ἡ πλάσις στενάζει καὶ συμπάσχει μέχρι σήμερα.
23 Καὶ ὄχι μόνον αὐτή, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ποὺ ἔχομεν τὴν ἀπαρχὴν τοῦ Πνεύματος, στενάζομεν μέσα μας καθὼς περιμένομεν τὴν υἱοθεσίαν, τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματός μας.
24 Διότι μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴν ἐσωθήκαμε. Ἀλλ’ ἐλπὶς ποὺ τὴν βλέπει κανεὶς δὲν εἶναι ἐλπίς· διατὶ νὰ ἐλπίζῃ κανεὶς δι’ ἐκεῖνο ποὺ ἤδη βλέπει;
25 Ἀλλ’ ἐὰν ἐλπίζωμεν δι’ ἐκῖνο ποὺ δὲν βλέπομεν, τότε τὸ περιμένομεν μὲ ὑπομονήν.
26 Κατὰ τὸν ίδιο τρόπο καὶ τὸ Πνεῦμα βοηθεῖ τὰς ἀδυναμίας μας, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα μεσιτεύει γιὰ μᾶς μὲ στεναγμοὺς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἐκφραστοῦν μὲ λόγια·
27 καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἐρευνᾶ τὶς καρδιὲς γνωρίζει ποιός εἶναι ὁ πόθος τοῦ Πνεύματος, διότι μεσιτεύει κατὰ θεῖον τρόπον διὰ τοὺς ἁγίους.
28 Γνωρίζομεν ὅτι δι’ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸν ὅλα συνεργοῦν διὰ καλόν, δι’ ἐκείνους ποὺ εἶναι καλεσμένοι σύμφωνα μὲ τὴν πρόθεσιν τοῦ Θεοῦ,
29 διότι ἐκείνους ποὺ προεγνώρισε, αὐτοὺς καὶ προώρισε νὰ γίνουν ὁμοιόμορφοι πρὸς τὴν εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ του, ὥστε αὐτὸς νὰ εἶναι πρωτότοκος μεταξὺ πολλῶν ἀδελφῶν.
30 Ἐκείνους δὲ ποὺ προώρισε, αὐτοὺς καὶ ἐκάλεσε, καὶ ἐκείνους ποὺ ἐκάλεσε, αὐτοὺς καὶ ἐδικαίωσε, ἐκίνους δὲ ποὺ ἐσικαίωσε, αὐτοὺς καὶ ἐδόξασε.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ

31 Τί λοιπὸν θὰ ποῦμε ἐπάνω σ’ αὐτά; Ἐὰν ὁ Θεὸς εἶναι μὲ τὸ μέρος μας, ποιός μπορεῖ νὰ εἶναι ἐναντίον μας;
32 Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐφείσθη τὸν δικόν του Υἱὸν ἀλλὰ τὸν παρέδωσε εἰς θάνατον πρὸς χάριν ὅλων μας, πῶς μαζὶ μ’ αὐτὸν δὲν θὰ μᾶς χαρίσῃ τὰ πάντα;
33 Ποιός θὰ κατηγορήσῃ τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ; Ὁ Θεὸς τοὺς δικαιώνει.
34 Ποιός θὰ καταδικάσῃ; Ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐπέθανε, καί, ἀκόμη περισσότερον, ἀναστήθηκε, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος καὶ μεσιτεύει γιὰ μᾶς.
35 Ποιός θὰ μᾶς χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ πεῖνα ἢ γύμνια ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;
36 Καθὼς εἶναι γραμμένον, Πρὸς χάριν σου θανατωνόμεθα κάθε ἡμέραν· θεωρηθήκαμε σὰν πρόβατα προωρισμένα διὰ σφαγήν.
37 Ἀλλ’ εἰς ὅλα αὐτὰ εἴμεθα μὲ τὸ παραπάνω νικηταὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ ποὺ μᾶς ἀγάπησε.
38 Διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὔτε θάνατος, οὔτε ζωή, οὔτε ἄγγελοι, οὔτε ἀρχαί, οὔτε δυνάμεις, τίποτε εἰς τὸ παρόν, τίποτε εἰς τὸ μέλλον,
39 τίποτε εἰς τὰ ὕψη, τίποτε εἰς τὰ βάθη, κανένα ἄλλο δημιούργημα δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ μᾶς χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ἔδειξε διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 9

Θλῖψις τοῦ Παύλου διὰ τὴν ἀπιστίαν τοῦ Ἰσραήλ

1 Τὴν ἀλήθειαν λέγω ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, δὲν ψεύδομαι· μὲ βεβαιώνει καὶ ἡ συνείδησίς μου διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
2 ὅτι ὑπάρχει λύπη μεγάλη καὶ ἀδιάκοπος πόνος εἰς τὴν καρδιά μου.
3 Θὰ εὐχόμουν μάλιστα νὰ εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀνάθεμα, μακρυὰ ἀπὸ τὸν Χριστόν, χάριν τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν φυσικῶν συγγενῶν μου,
4 οἱ ὁποῖοι εἶναι Ἰσραηλῖται, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκει ἡ υἱοθεσία, ἡ δόξα, αἱ διαθῆκαι, ἡ νομοθεσία, ἡ λατρεία καὶ αἱ ὑποσχέσεις,
5 εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκουν οἱ πατέρες καὶ ἐκ τῶν ὁποίων, ἀπὸ ἀνθρωπίνης πλευρᾶς, κατάγεται ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεράνω ὅλων Θεὸς εὐλογητὸς αἰωνίως. Ἀμήν.

Αἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξέπεσαν

6 Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει διαψευσθῆ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Διότι πραγματικοὶ Ἰσραηλῖται δὲν εἶναι ὅλοι ὅσοι κατάγονται ἀπὸ τὸν Ίσραήλ,
7 οὔτε ἐπειδὴ εἶναι ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, εἶναι ὅλοι πραγματικὰ παιδιά του, ἀλλὰ κατὰ τὸ ὑπόδειγμα Ἰσαὰκ θὰ προέλθουν οἱ ἀπόγονοί σου.
8 Δηλαδὴ, παιδιὰ τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὅσοι γεννῶνται κατὰ τρόπον φυσικόν, ἀλλὰ ὅσοι γεννῶνται ἀπὸ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Θεοῦ θεωροῦνται ἀπόγονοι.
9 Διότι ὁ λόγος τῆς ὑποσχέσεως εἶναι ὁ ἑξῆς: Κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον θὰ ἔλθω καὶ ἡ Σάρρα θὰ ἔχῃ υἱόν.
10 Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἡ Ρεβέκκα, ἀπὸ ἕναν ἄνδρα, τὸν πατέρα μας Ἰσαάκ, συνέλαβε παιδιά,
11 καὶ ἐνῷ δὲν εἶχαν ἀκόμη γεννηθῆ καὶ δὲν εἶχαν κάνει τίποτε καλὸν ἢ κακόν, διὰ νὰ μείνῃ ἡ πρόθεσις τοῦ Θεοῦ κατ’ ἐκλογήν,
12 ἡ ὁποία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἔργα ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καλεῖ, ἐλέχθη εἰς αὐτήν, Ὁ μεγαλύτερος θὰ δουλέψῃ τὸν νεώτερον,
13 καθὼς εἶναι γραμμένον, Τὸν Ἰακὼβ ἀγάπησα, τὸν δὲ Ἠσαῦ ἐμίσησα.

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἄδικος

14 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν; Ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἄδικος; Μὴ γένοιτο.
15 Διότι εἰς τὸν Μωϋσῆν λέγει, Θὰ ἐλεήσω ἐκεῖνον ποὺ ἐλεῶ καὶ θὰ σπλαγχνισθῶ ἐκεῖνον ποὺ σπλαγχνίζομαι.
16 Ὥστε λοιπὸν δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν ἢ τὴν προσπάθειαν τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
17 Διότι λέγει ἡ γραφὴ εἰς τὸν Φαραώ, Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς σὲ ἀνύψωσα, διὰ νὰ δείξω διὰ σοῦ τὴν δύναμίν μου καὶ νὰ διαλυθῇ τὸ ὄνομά μου εἰς ὅλην τὴν γῆν.
18 Ἄρα λοιπὸν ὅποιον θέλει ἐλεεῖ, καὶ ὅποιον θέλει τὸν κάνει σκληρόν.

Ὁ Θεὸς εἶναι κυρίαρχος

19 Θὰ μοῦ πῇς ὅμως, «Γιατὶ κατηγορεῖ ἀκόμη; Διότι ποιός μπορεῖ ν’ ἀντισταθῇ εἰς τὴν θέλησίν του;».
20 Ἀλλὰ ποιός εἶσαι σύ, ὦ ἄνθρωπε, ποὺ ἀντιλέγεις εἰς τὸν Θεόν; Μήπως θὰ πῇ τὸ πλάσμα εἰς τὸν πλάστην, «Γιατὶ μὲ ἔπλασες ἔτσι;».
21 Ἢ μήπως δὲν μπορεῖ ὁ κεραμοποιὸς νὰ κάνῃ ὅ,τι θέλει μὲ τὸν πηλὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια μᾶζα νὰ κάνῃ ἕνα ἀγγεῖον διὰ σπουδαίαν χρῆσιν καὶ ἄλλο δι’ εὐτελῆ;
22 Τί θὰ πῇς ἐὰν ὁ Θεός, θέλων νὰ δείξῃ τὴν ὀργήν του καὶ νὰ κάνῃ γνωστὴν τὴν δύναμίν του, ἠνέχθη μὲ πολλὴν μακροθυμίαν σκεύη ὀργῆς παρασκευασμένα διὰ καταστροφήν,
23 καὶ τοῦτο διὰ νὰ κάνῃ γνωστὸν τὸν πλοῦτον τῆς δόξης του σὲ σκεύη ἐλέους ποὺ προετοίμασε διὰ τὴν δόξαν αὐτήν, τοὺς ὁποίους, δηλαδὴ ἐμᾶς,
24 καὶ ἐκάλεσε ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς;
25 ὅπως λέγει καὶ στὸ βιβλίον τοῦ Ὠσηέ, Θὰ καλέσω λαόν μου ἐκεῖνον ποὺ δὲν εἶναι λαός μου καὶ ἀγαπημένην ἐκείνη ποὺ δὲν εἶναι ἀγαπημένη,
26 καὶ εἰς τὸν τόπον ἀκριβῶς ὅπου τοὺς εἶπαν, «Σεῖς δὲν εἶσθε λαός μου», ἐκεῖ θὰ ὀνομασθοῦν υἱοὶ τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ.
27 Ὁ Ἡσαΐας φωνάζει διὰ τοὺς Ἰσραηλίτας, Καὶ ἂν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι ἀναρίθμητοι σὰν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, μόνον ἕνα ὑπόλοιπον θὰ σωθῇ.
28 Διότι ὁ Κύριος θὰ ἐκτελέσῃ σύντομα τὴν ἀπόφασίν του μὲ δικαιοσύνην, μάλιστα θὰ τὴν ἐκτελέσῃ σύντομα ἐπὶ τῆς γῆς.
29 Καὶ καθὼς προεῖπε ὁ Ἡσαΐας, Ἐὰν ὁ Κύριος ὁ Σαβαὼθ δὲν μᾶς εἶχε ἀφήσει ἀπογόνους, θὰ εἴχαμε γίνει σὰν τὰ Σόδομα καὶ θὰ εἴχαμε ὁμοιωθῆ πρὸς τὰ Γόμορα.

Ἡ αἰτία τῆς ἀποτυχίας τῶν Ἰσραηλιτῶν

30 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν; Ὅτι οἱ ἐθνικοὶ ποὺ δὲν ἐπεδίωκαν δικαίωσιν τὴν ἐπέτυχαν, ἀλλὰ δικαίωσιν ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστιν.
31 Ἐνῷ οἱ Ἰσραηλῖται ποὺ ἐπεδίωκαν δικαίωσιν διὰ τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου δὲν τὴν ἐπέτυχαν.
32 Γιατί; Διότι δὲν ἐπεδίωκαν νὰ τὴν ἐπιτύχουν διὰ πίστεως, ἀλλὰ διὰ τῶν ἔργων τοῦ νόμου. Ἐσκόνταψαν δηλαδὴ εἰς τὸν λίθον τοῦ προσκόμματος,
33 καθὼς εἶναι γραμμένον, Θέτω εἰς τὴν Σιὼν λίθον προσκόμματος καὶ πέτραν σκανδάλου καὶ καθένας ποὺ πιστεύει εἰς αὐτὸν δὲν θὰ ντροπιασθῇ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 10

1 Ἀδελφοί, ἡ ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς μου καὶ ἡ προσευχή μου εἰς τὸν Θεὸν εἶναι ὑπὲρ τῶν Ἰσραηλιτῶν, διὰ νὰ σωθοῦν.
2 Μαρτυρῶ γι’ αὐτοὺς ὅτι ἔχουν ζῆλον Θεοῦ ἀλλὰ ὄχι μὲ ἐπίγνωσιν.
3 Διότι, ἐπειδὴ ἀγνοοῦν τὴν δικαίωσιν ποὺ δίνει ὁ Θεὸς καὶ προσπαθοῦν νὰ στήσουν τὸν δικόν τους τρόπον δικαιώσεως δὲν ὑπετάχθησαν εἰς τὴν δικαίωσιν ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν.
4 Διότι τὸ τέλος τοῦ νόμου εἶναι ὁ Χριστός, διὰ νὰ δικαιωθῇ καθένας ποὺ πιστεύει.

Νέος τρόπος δικαιώσεως δι’ ὅλους

5 Ὁ Μωϋσῆς γράφει διὰ τὴν δικαίωσιν ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν νόμον ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐτήρησε τὰς ἐντολὰς θὰ ζήσῃ δι΄ αὐτῶν.
6 Ἡ δικαίωσις ὅμως ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστιν, λέγει, Μὴ πῇς εἰς τὴν καρδιά σου ποιός θὰ ἀνεβῇ εἰς τὸν οὐρανόν; διὰ νὰ κατεβάσῃ δηλαδὴ τὸν Χριστόν,
7 ἢ Ποιός θὰ κατεβῇ εἰς τὴν χώραν τῶν νεκρῶν; διὰ νὰ κατεβάσῃ δηλαδὴ τὸν Χριστὸν ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
8 Ἀλλὰ τί λέγει; Κοντά σου εἶναι ὁ λόγος, εἶναι εἰς τὸ στόμα σου καὶ εἰς τὴν καρδιά σου. Ὁ λόγος δηλαδὴ τῆς πίστεως, τὸν ὁποῖον κηρύττομεν.
9 Ἐὰν ὁμολογήσῃς μὲ τὸ στόμα σου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι Κύριος καὶ πιστέψῃς μὲ τὴν καρδιά σου ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν, τότε θὰ σωθῇς.
10 Διότι μὲ τὴν καρδιὰ ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ὅ,τι ὁδηγεῖ εἰς δικαίωσιν, μὲ τὸ στόμα δὲ ὁμολογεῖ ὅ,τι ὁδηγεῖ εἰς σωτηρίαν.
11 Διότι λέγει ἡ γραφή, Καθένας ποὺ πιστεύει εἰς αὐτὸν δὲν θὰ ντροπιασθῇ.
12 Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ διάκρισις μεταξὺ Ἰουδαίου καὶ Ἕλληνος, διότι ὁ ἴδιος εἶναι Κύριος ὅλων, πλούσιος εἰς ὅλους ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται.
13 Διότι καθένας ποὺ θὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου θὰ σωθῇ.
14 Πῶς λοιπὸν θὰ ἐπικαλεσθοῦν ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐπίστεψαν; Καὶ πῶς θὰ πιστέψουν εἰς ἐκεῖνον διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἄκουσαν; Καὶ πῶς θὰ ἀκούσουν χωρὶς νὰ κηρύττῃ κάποιος;
15 Καὶ πῶς θὰ κηρύξουν ἐὰν δὲν ἀποσταλοῦν; Καθὼς εἶναι γραμμένον, Πόσον ὡραῖοι εἶναι οἱ πόδες ἐκείνων ποὺ κηρύττουν τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα.
16 Ἀλλὰ δὲν ὑπήκουσαν ὅλοι εἰς τὸ εὐαγγέλιον. Ὁ Ἡσαΐας λέγει, Κύριε, ποιός ἐπίστεψε εἰς τὸ κήρυγμά μας;
17 Ἑπομένως ἡ πίστις ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἀκοὴν τοῦ κηρύγματος, καὶ τὸ κήρυγμα εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
18 Ἀλλ’ ἐρωτῶ, μήπως δὲν ἄκουσαν; Βεβαίως ἄκουσαν: Ἡ φωνή τους διεδόθη εἰς ὅλην τὴν γῆν καὶ τὰ λόγια τους εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης.
19 Πάλιν ἐρωτῶ, μήπως ὁ Ἰσραὴλ δὲν ἐγνώρισε; Πρῶτος ὁ Μωϋσῆς λέγει: Ἐγὼ θὰ κεντήσω τὴν ζηλοτυπίαν σας μὲ ἔθνος ποὺ δὲν εἶναι ἔθνος καὶ θὰ σᾶς ἐξοργίσω μὲ ἔθνος ἀνόητον.
20 Ὁ Ἡσαΐας μάλιστα τολμᾶ νὰ λέγει: Εὑρέθηκα ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν μ’ ἐζητοῦσαν, ἐφανερώθηκα εἰς ἐκείνους ποὺ δὲν ἐρωτοῦσαν γιὰ μένα.
21 Εἰς δὲ τοὺς Ἰσραηλίτας λέγει: Ὅλην τὴν ἡμέραν ἅπλωσα τὰ χέρια μου πρὸς λαὸν ποὺ εἶναι ἀπειθὴς καὶ ἀντιλέγει.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 11

Ἡ ἀπόρριψις τῶν Ἰσραηλιτῶν δὲν εἶναι πλήρης

1 Ἐρωτῶ λοιπόν: Μήπως ἀπέρριψε ὁ Θεὸς τὸν λαόν του; Μὴ γένοιτο, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι Ἰσραηλίτης, ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ, ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Βενιαμίν.
2 Δὲν ἀπέρριψε ὁ Θεὸς τὸν λαόν του, τὸν ὁποῖον προεγνώρισε. Δὲν ξέρετε τί λέγει ἡ γραφὴ διὰ τὸν Ἠλίαν, πῶς ἀποτείνεται εἰς τὸν Θεὸν κατὰ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ:
3 Κύριε, τοὺς προφήτας σου ἐφόνευσαν καὶ τὰ θυσιστήριά σου κατέσκαψαν καὶ ἔμεινα μόνος ἐγὼ καὶ ζητοῦν τὴν ζωήν μου;
4 Ἀλλὰ τί τοῦ λέγει ἡ θεία ἀπάντησις; Ἄφησα διὰ τὸν ἑαυτόν μου ἑπτὰ χιλιάδες ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγονάτισαν εἰς τὸν Βάαλ.
5 Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ὑπάρχει ὑπόλοιπον ποὺ ἐδιάλεξε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
6 Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸ ἔγινε κατὰ χάριν, τότε δὲν βασίζεται σὲ ἔργα, διότι ἀλλοιῶς ἡ χάρις θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι χάρις.
7 Ποιό λοιπὸν εἶναι τὸ συμπέρασμα; Ἐκεῖνο ποὺ ἐζητοῦσε ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς δὲν τὸ ἐπέτυχε, ἐνῷ οἱ ἐκλεγέντες τὸ ἐπέτυχαν· οἱ λοιποὶ ἐπωρώθησαν,
8 καθὼς εἶναι γραμμένον: Ὁ Θεὸς τοὺς ἔδωσε πνεῦμα ναρκώσεως, μάτια νὰ μὴ βλέπουν καὶ αὐτιὰ νὰ μὴ ἀκούουν μέχρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας.
9 Καὶ ὁ Δαυΐδ λέγει: Ἡ τράπεζά των ἂς γίνῃ παγίδα, ἐνέδρα, αἰτία πτώσεως πρὸς ἀνταπόδοσίν των.
10 Τὰ μάτια τους ἂς σκοτεινιάσουν, ὥστε νὰ μὴ βλέπουν· κύρτωσε τὴν ράχι τους γιὰ πάντα.
11 Τώρα ἐρωτῶ: Μήπως ἐσκόνταψαν διὰ νὰ εἶναι ἡ πτῶσις των τελειωτική; Μὴ γένοιτο! Διὰ τοῦ ἁμαρτήματός των ἦλθε ἡ σωτηρία εἰς τὰ ἔθνη, διὰ νὰ κινήσῃ τὴν ζηλοτυπίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν.
12 Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἁμάρτημά των ἔφερε πλουτισμὸν τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀποτυχία των πλουτισμὸν τῶν ἐθνῶν, πόσον περισσότερον ἡ πλήρης προσέλευσίς των;

Σωτηρία διὰ τοὺς ἐθνικούς. Παράδειγμα ἀπὸ τὸ μπόλιασμα τῶν δένδρων

13 Σ’ ἐσᾶς τοὺς ἐθνικοὺς λέγω: Ἐφ’ ὅσον εἶμαι ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, τιμῶ τὴν ὑπηρεσίαν μου,
14 διὰ νὰ κεντήσω τὸν ζῆλον τῶν ὁμοεθνῶν μου καὶ σώσω μερικοὺς ἀπὸ αὐτούς.
15 Διότι ἐὰν ἡ ἀπόρριψίς των ἐπέφερε συμφιλίωσιν διὰ τὸν κόσμον, τότε τί θὰ εἶναι ἡ ἀποδοχή των παρὰ ζωὴ ἐκ νεκρῶν;
16 Ἐὰν εἶναι ἅγιον τὸ προζύμι, τότε θὰ εἶναι καὶ τὸ ζυμάρι, καὶ ἐὰν εἶναι ἁγία ἡ ρίζα, τότε θὰ εἶναι καὶ τὰ κλαδιά.
17 Ἀλλ’ ἐὰν μερικὰ ἀπὸ τὰ κλαδιὰ ξεκόπηκαν καὶ ἐσύ, ἕνα βλαστάρι ἀγριεληᾶς, ἐμπολιάσθηκες στὴ θέσι τους καὶ ἔγινες μέτοχος τῆς ρίζας καὶ τοῦ πάχους τῆς ἐληᾶς, μὴ καυχᾶσαι ἀπέναντι τῶν κλάδων.
18 Ἐὰν καυχᾶσαι, νὰ θυμάσαι ὅτι δὲν βαστάζεις ἐσὺ τὴν ρίζαν, ἀλλ’ ἡ ρίζα βαστάζει ἐσένα.
19 Θὰ πῇς: «Ἐκόπηκαν τὰ κλαδιά, διὰ νὰ μπολιασθῶ ἐγώ».
20 Πολὺ καλά· ἐκόπηκαν ἕνεκα τῆς ἀπιστίας των, καὶ σὺ στέκεσαι διὰ τῆς πίστεως.
21 Μὴ ὑπερηφανεύεσαι ἀλλὰ φοβοῦ· διότι ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν ἐλογάριασε τοὺς φυσικοὺς κλάδους, δὲν θὰ λογαριάσῃ οὔτε ἐσένα.
22 Βλέπε λοιπὸν τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν αὐστηρότητα τοῦ Θεοῦ, αὐστηρότητα εἰς ἐκείνους ποὺ ἔπεσαν, ἀγαθότητα σ’ ἐσένα, ἐὰν παραμένης εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ, διότι ἀλλοιῶς καὶ σὺ θ’ ἀποκοπῇς.
23 Καὶ ἐκεῖνοι, ἐὰν δὲν ἐπιμείνουν εἰς τὴν ἀπιστίαν, θὰ μπολιασθοῦν, διότι ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τοὺς μπολιάσῃ πάλιν.
24 Διότι ἐὰν ἐσὺ ἐκόπηκες ἀπὸ τὴν κατὰ φύσιν ἀγριεληὰ καὶ ἐμπολιάσθηκες παρὰ φύσιν σὲ ἥμερη ἐλιαά, πόσον μᾶλλον αὐτοὶ οἱ κατὰ φύσιν θὰ ἐμπολιασθοῦν στὴν δική τους ἐληά;

Ἀπώτερος σκοπὸς τοῦ Θεοῦ: Ἔλεος δι’ ὅλους

25 Δὲν θέλω νὰ ἀγνοῆτε, ἀδελφοί, τὸ μυστικὸ αὐτό, διὰ νὰ μὴ θεωρῆτε τοὺς ἑαυτούς σας σοφούς, ὅτι δηλαδὴ ἔπεσεν ἐν μέρει ἀναισθησία ἐπὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἕως ὅτου εἰσέλθῃ ὁ πλήρης ἀριθμὸς τῶν ἐθνικῶν
26 καὶ ἔτσι σωθῇ ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, καθὼς εἶναι γραμμένον: Ἀπὸ τὴν Σιὼν θὰ ἔλθῃ ὁ Λυτρωτὴς καὶ θὰ διώξῃ τὰς ἀσεβείας ἀπὸ τὸν Ἰακώβ.
27 Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ διαθήκη μου εἰς αὐτούς, ὅταν ἀφαιρέσω τὰς ἁμαρτίας των.
28 Ἐν σχέσει πρὸς τὸ εὐαγγέλιον εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς χάριν σας, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκλογήν των ἀπὸ τὸν Θεὸν εἶναι ἀγαπητοὶ εἰς αὐτόν, χάριν τῶν προπατόρων των,
29 διότι τὰ χαρίσματα καὶ ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ εἶναι πράγματα ποὺ δὲν ἀνακαλοῦνται.
30 Καθὼς καὶ σεῖς κάποτε ἤσαστε ἀπαθεῖς εἰς τὸν Θεόν, ἀλλὰ τώρα ἐλεηθήκατε ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς των, ἔτσι καὶ τώρα, ὅταν σεῖς ἐλεῆσθε,
31 αὐτοὶ ἔχουν ἀπειθήσει διὰ νὰ ἐλεηθοῦν καὶ αὐτοί.
32 Διότι ὁ Θεὸς ἔκλεισε ὅλους εἰς ἀπειθείαν, διὰ νὰ τοὺς ἐλεήσῃ ὅλους.
33 Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως τοῦ Θεοῦ! Πόσον ἀνεξερεύνητοι εἶναι αἱ κρίσεις του, πόσον ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί του!
34 Διότι, Ποιός ἐγνώρισε τὴν σκέψιν τοῦ Κυρίου; Ἢ ποιός ἔγινε σύμβουλός του;
35 Ἢ ποιός τοῦ ἔδωσε πρῶτος κάτι, ὥστε νὰ λάβῃ ἀνταπόδοσιν;
36 Διότι ἀπὸ αὐτὸν καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν εἶναι τὰ πάντα. Εἰς αὐτὸν ἂς εἶναι ἡ δόξα αἰωνίως· ἀμήν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 12

Ἡ νέα ζωή

1 Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, ἀδελφοί, χάριν τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, νὰ προσφέρετε τοὺς ἑαυτούς σας σὰν θυσία ζωντανὴ καὶ ἁγίαν, εὐάρεστη εἰς τὸν Θεόν· αὐτὴ εἶναι ἡ λογική σας λατρεία.
2 Νὰ μὴ συμμορφώνεσθε μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου ἀλλὰ νὰ μεταμορφώνεσθε διὰ τῆς ἀνακαινίσεως τοῦς πνεύματός σας, ὥστε νὰ διακρίνετε ποιό εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ τί εἶναι καλόν, εὐάρεστον καὶ τέλειον.

Ἡ ὀρθὴ χρῆσις τῶν πνευματικῶν δώρων

3 Διὰ τῆς χάριτος, ποὺ μοῦ ἐδόθηκε, λέγω στὸν καθένα ἀπὸ σᾶς νὰ μὴ ἔχῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του μεγαλύτερη ἰδέα ἀπὸ ἐκείνην ποὺ πρέπει νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ νὰ σκέπτεται μὲ μετριοφροσύνην ἀνάλογα μὲ τὸ μέτρον πίστεως ποὺ ὁ Θεὸς ἐμοίρασε στὸν καθένα.
4 Διότι ὅπως εἰς ἕνα σῶμα ἔχομεν πολλὰ μέλη, ἀλλ’ ὅλα τὰ μέλη δὲν ἔχουν τὴν ἴδιαν λειτουργίαν,
5 ἔτσι ἐμεῖς οἱ πολλοὶ ἀποτελοῦμεν ἕνα σῶμα ἐν Χριστῷ καὶ ὁ καθένας εἴμεθα μέλη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου.
6 Ἔχοντες δὲ χαρίσματα διαφορετικά, σύμφωνα μὲ τὴν χάριν ποὺ μᾶς ἐδόθηκε, ἂς τὰ χρησιμοποιήσωμεν, ἐὰν προφητείαν, ἀνάλογα μὲ τὴν πίστιν μας,
7 ἐὰν ὑπηρεσίαν, εἰς τὸ ἔργον τῆς ὑπηρεσίας, ὁ διδάσκαλος, εἰς τὴν διδασκαλίαν,
8 ἐκεῖνος ποὺ παρηγορεῖ, εἰς τὴν παρηγορίαν, ἐκεῖνος ποὺ δίνει κάτι, ἂς τὸ κάνῃ μὲ γενναιοδωρίαν, ἐκεῖνος ποὺ εἶναι προϊστάμενος, ἂς ἐργάζεται μὲ ζῆλον, ἐκεῖνος ποὺ ἐλεεῖ, ἂς ἐλεῇ μὲ χαράν.

Κανόνες χριστιανικῆς ζωῆς

9 Ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι εἰλικρινής. Μισεῖτε τὸ κακὸν καὶ προσκολᾶσθε εἰς τὸ καλόν.
10 Ὡς πρὸς τὴν ἀδελφικὴν ἀγάπην, νὰ εἶσθε γεμᾶτοι στοργὴν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον·
11 νὰ μὴ εἶσθε ὀκνηροὶ ὡς πρὸς τὸν ζῆλον, νὰ εἶσθε κατὰ τὸ πνεῦμα θερμοί, νὰ ὑπηρετῆτε τὸν Κύριον,
12 νὰ χαίρετε διὰ τὴν ἐλπίδα σας, νὰ ἔχετε ὑπομονὴν εἰς τὴν θλῖψιν,
13 νὰ ἐπιμένετε εἰς τὴν προσευχήν, νὰ συμμετέχετε εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν χριστιανῶν,
14 τὴν φιλοξενίαν νὰ ἐπιδιώκετε.
15 Εὐλογεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς διώκουν, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε. Νὰ χαίρετε μὲ ἐκείνους ποὺ χαίρουν καὶ νὰ κλαῖτε μὲ ἐκείνους ποὺ κλαίουν. Μεταξύ σας νὰ ἔχετε τὸ αὐτὸ φρόνημα.
16 Νὰ μὴ εἶσθε ὑψηλόφρονες, ἀλλὰ νὰ συναναστρέφεστε τοὺς ταπεινούς. Μὴ θεωρῆτε τοὺς ἑαυτούς σας σοφούς.
17 Σὲ κανένα νὰ μὴ ἀποδίδετε κακὸν ἀντὶ κακοῦ· φροντίζετε νὰ κάνετε ὅ,τι εἶναι καλὸν ἐνώπιον ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
18 Ἐὰν εἶναι δυνατόν, ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς, νὰ ἔχετε εἰρήνην μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
19 Μὴ ἐκδικῆσθε οἱ ἴδιοι, ἀγαπητοί, ἀλλὰ δώσατε τόπον εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, διότι εἶναι γραμμένον: Σ’ ἐμένα ἀνήκει ἡ ἐκδίκησις, ἐγὼ θὰ ἀνταποδώσω, λέγει ὁ Κύριος.
20 Ἀλλ’ ἐὰν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, δῶσε του ψωμί, ἐὰν διψᾶ, πότιζέ τον· κάνοντας αὐτό, θὰ συσσωρεύσῃς ἀναμμένα κάρβουνα στὸ κεφάλι του.
21 Νὰ μὴ νικᾶσαι ἀπὸ τὸ κακόν, ἀλλὰ νὰ νικᾷς τὸ κακὸν διὰ τοῦ καλοῦ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13

Περὶ ὑποταγῆς εἰς τὰς ἐξουσίας

1 Ἂς ὑποτάσσεται ὁ καθένας εἰς τὰς ἀνωτέρας ἐξουσίας, διότι δὲν ὑπάρχει ἐξουσία παρὰ ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ αἱ ἐξουσίαι ποὺ ὑπάρχουν ἔχουν ταχθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν.
2 Ὥστε ἐκεῖνος ποὺ ἀντιτάσσεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀντιτάσσεται εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιστάθηκαν, θὰ κατακριθοῦν.
3 Διότι οἱ ἄρχοντες δὲν εἶναι φόβος διὰ τὰ καλὰ ἔργα, ἀλλὰ διὰ τὰ κακά. Θέλεις νὰ μὴ φοβᾶσαι τὴν ἐξουσίαν; Κάνε τὸ καλὸν καὶ θὰ ἐπαινεθῇς,
4 διότι ἡ ἐξουσία εἶναι ὄργανον τοῦ Θεοῦ, διὰ τὸ καλόν σου, ἐὰν ὅμως κάνῃς τὸ κακόν, τότε νὰ φοβᾶσαι, διότι δὲν φέρει μαχαίρι χωρὶς λόγον, ἀλλὰ διότι εἶναι ὄργανον τοῦ Θεοῦ, ἐκδικητὴς τῆς ὀργῆς του ἐναντίον ἐκείνου ποὺ κάνει τὸ κακόν.
5 Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποτάσσεσθε ὄχι μόνον ἕνεκα τῆς ὀργῆς ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους συνειδήσεως.
6 Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ πληρώνετε τοὺς φόρους, διότι αἱ ἀρχαὶ εἶναι ὑπηρέται τοῦ Θεοῦ, ἀφοσιωμένοι εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἔργον.
7 Ἀποδώσατε λοιπὸν εἰς ὅλους ὅ,τι τοὺς ὀφείλεται· φόρον εἰς ἐκεῖνον ποὺ ὀφείλεται φόρος, δασμὸς εἰς ἐκεῖνον ποὺ ὀφείλεται δασμός, σεβασμὸς εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἐφείλεται σεβασμός, τιμὴ εἰς ἐκεῖνον ποὺ ὀφείλεται τιμή.

Φιλαδελφία

8 Σὲ κανένα νὰ μὴ χρωστᾶτε τίποτε, παρὰ τὸ νὰ ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν ἄλλον ἔχει ἐκπληρώσει τὸν νόμον,
9 διότι τὸ Μὴ Μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ἐπιθυμήσῃς καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐντολὴ συγκεφαλαιώνονται εἰς τὰ λόγια αὐτά: Νὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτόν σου.
10 Ἡ ἀγάπη δὲν προξενεῖ κακὸν εἰς τὸν πλησίον, ἐπομένως ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκπλήρωσις τοῦ νόμου.

Ἡ ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πλησίον

11 Αὐτὰ νὰ κάνετε, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον γνωρίζετε σὲ τί καιρὸν ζοῦμε: ὅτι εἶναι πλέον ὥρα νὰ ξυπνήσετε ἀπὸ τὸν ὕπνον, διότι τώρα εἶναι πλησιέστερα σ’ ἐμᾶς ἡ σωτηρία παρὰ τότε ποὺ ἐπιστέψαμε.
12 Ἡ νύχτα ἐπροχώρησε· ἡ ἡμέρα ἐπλησίασε. Ἂς πετάξουμε λοιπὸν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἂς ὁπλισθοῦμε μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.
13 Ἂς εἶναι ἡ συμπεριφορά μας σεμνή, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα, ὄχι συμπόσια καὶ μεθύσια, ὄχι ἀκολασίες καὶ ἀσέλγειες, ὄχι ἔριδες καὶ ζηλοτυπίες,
14 ἀλλ’ ἐνδυθῆτε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ μὴ φροντίζετε διὰ τὴν σάρκα διὰ νὰ ἱκανοποιήσετε τὰς ἐπιθυμίας της.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 14

Μακροθυμία πρὸς τοὺς ἀδυνάτους καὶ διστακτικούς

1 Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἀσθενὴς κατὰ τὴν πίστιν, νὰ τὸν δέχεσθε, ἀλλ’ ὄχι διὰ συζητήσεις γνωμῶν.
2 Ὁ ἕνας πιστεύει ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ φάγῃ ἀπὸ ὅλα, ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς τρώγει λάχανα.
3 Ἐκεῖνος ποὺ τρώγει, ἂς μὴ περιφρονῇ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τρώγει, καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν τρώγει, ἂς μὴ κρίνῃ ἐκεῖνον ποὺ τρώγει, διότι ὁ Θεὸς τὸν ἔχει δεχθῆ.
4 Ποιός εἶσαι σὺ ποὺ κρίνεις ξένον ὑπηρέτην; Τὸ ἂν θὰ σταθῇ ἢ θὰ πέσῃ ἀφορᾷ τὸν δικόν του κύριον, θὰ σταθῇ ὅμως, διότι ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸν κάνῃ νὰ σταθῇ.
5 Ὁ ἕνας θεωρεῖ μίαν ἡμέρα καλύτερη ἀπὸ τὴν ἄλλην, ἐνῷ γιὰ ἄλλον κάθε ἡμέρα εἶναι τὸ ἴδιο. Ὁ καθένας ἂς σχηματίσῃ δικήν του πεποίθησιν.
6 Ἐκεῖνος ποὺ κάνει διάκρισιν ὡς πρὸς τὴν ἡμέραν, τὸ κάνει διὰ τὸν Κύριον, καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάνει διάκρισιν, τὸ κάνει πάλιν διὰ τὸν Κύριον. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ τρώγει διὰ τὸν Κύριον τρώγει, διότι εὐχαριστεῖ τὸν Θεόν, καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν τρώγει, διὰ τὸν Κύριον δὲν τρώγει καὶ εὐχαριστεῖ τὸν Θεόν.
7 Διότι κανεὶς ἀπὸ μᾶς δὲν ζῆ διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ κανεὶς δὲν πεθαίνει διὰ τὸν ἑαυτόν του,
8 διότι ἐὰν ζοῦμε, ζοῦμε διὰ τὸν Κύριον, καὶ ἐὰν πεθαίνωμε, πεθαίνομε διὰ τὸν Κύριον. Εἴτε λοιπὸν ζοῦμε εἴτε πεθαίνομε ἀνήκομεν εἰς τὸν Κύριον.
9 Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ὁ Χριστὸς καὶ ἐπέθανε καὶ ἀναστήθηκε καὶ ἔζησε: διὰ νὰ γίνῃ Κύριος καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων.
10 Σὺ γιατὶ κρίνεις τὸν ἀδελφόν σου; Καὶ σὺ γιατὶ περιφρονεῖς τὸν ἀδελφόν σου; Ὅλοι θὰ παρουσιασθοῦμε ἐμπρὸς εἰς τὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ.
11 Διότι εἶναι γραμμένον: Εἰς τὴν ζωήν μου, λέγει ὁ Κύριος, κάθε γόνατο θὰ κάμψῃ ἐμπρός μου καὶ κάθε γλῶσσα θὰ δοξολογήσῃ τὸν Θεόν.
12 Ἄρα λοιπὸν ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς θὰ δώσῃ λόγον διὰ τὸν ἑαυτόν τους εἰς τὸν Θεόν.
13 Ἂς μὴ κρίνωμεν λοιπὸν πλέον ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀλλὰ τοῦτο μᾶλλον ἀποφασίσετε: τὸ νὰ μὴ βάζετε εἰς τὸν ἀδελφὸν πρόσκομμα ἢ κάτι ποὺ θὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν του.
14 Ξέρω καὶ ἔχω πεποίθησιν ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ ὅτι κανένα πρᾶγμα δὲν εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτό ἀκάθαρτον· ἀκάθαρτον εἶναι ἕνα πρᾶγμα μόνον δι’ ἐκεῖνον ποὺ τὸ θεωρεῖ ἀκάθαρτον.
15 Ἐὰν ὁ ἀδελφός σου λυπᾶται γιὰ κάτι ποὺ τρῶς, δὲν φέρεσαι πλέον μὲ ἀγάπην. Μὴ καταστρέφῃς μὲ τὴν τροφήν σου ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπέθανε ὁ Χριστός.
16 Ἂς μὴ γίνεται λοιπὸν ἀντικείμενον δυσφημήσεως ἐκεῖνο ποὺ γιὰ σᾶς εἶναι σωστό.
17 Διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι φαγητὰ καὶ πιοτά, ἀλλὰ δικαιοσύνη, εἰρήνη καὶ χαρὰ ποὺ χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.
18 Ἐκεῖνος ποὺ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸν εἶναι εὐάρεστος εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐπιδοκιμάζεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
19 Ἂς ἐπιδιώκωμεν λοιπὸν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν εἰρήνην καὶ εἰς τὴν οἰκοδομὴν μεταξύ μας.
20 Μὴ καταστρέφῃς τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ ἐξ αἰτίας τροφῆς. Ὅλα εἶναι καθαρά, ἀλλὰ εἶναι κακὸν γιὰ ἕναν ἄνθρωπον νὰ γίνεται μὲ τὴν τροφὴν του αἰτία νὰ πέσῃ ὁ ἄλλος.
21 Καλὸ εἶναι νὰ μὴ φᾶς κρέας, οὔτε νὰ πιῇς κρασί, οὔτε νὰ κάνεις κάτι ποὺ θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ σκοντάψῃ ὁ ἀδελφός σου ἢ νὰ πέσῃ ἢ νὰ ἐξασθενήσῃ ἡ πίστις του.
22 Ἔχεις πίστιν; Κράτησέ την γιὰ τὸν ἑαυτόν σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ δὲν βρίσκει λόγον νὰ καταδικάσῃ τὸν ἑαυτόν του δι’ ἐκεῖνα ποὺ ἐπιδοκιμάζει.
23 Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἔχει ἀμφιβολίες καταδικάζεται, ἐὰν φάγῃ, διότι κάνει κάτι ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ πίστιν. Καὶ κάθε πρᾶγμα ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ πίστιν, εἶναι ἁμαρτία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 15

1 Ἐμεῖς οἱ δυνατοὶ πρέπει νὰ βαστάζωμεν τὰς ἀδυναμίας τῶν ἀδυνάτων καὶ νὰ μὴ περιοριζώμεθα εἰς ὅσα εἶναι ἀρεστὰ εἰς τὸν ἑαυτόν μας.
2 Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἂς φροντίζῃ νὰ εἶναι ἀρεστὸς εἰς τὸν πλησίον διὰ τὸ καλόν του καὶ τὴν οἰκοδομήν του,
3 διότι καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἐζήτησε ἐκεῖνα ποὺ ἦσαν ἀρεστὰ εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἀλλά, καθὼς εἶναι γραμμένον, Αἱ ὕβρεις τῶν ὑβριστῶν σου ἔπεσαν ἐπάνω μου.
4 Διότι ὅσα προεγράφησαν, ἐγράφησαν γιὰ τὴν διδασκαλίαν μας ὥστε διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρηγορίας ποὺ δίνουν αἱ γραφαὶ νὰ διατηροῦμεν τὴν ἐλπίδα.
5 Καὶ εἴθε ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρηγορίας νὰ σᾶς ἀξιώσῃ νὰ ἔχετε τὸ ἴδιο φρόνημα μεταξύ σας κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
6 ὥστε ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ ψυχὴ καὶ μὲ ἕνα στόμα νὰ δοξάζετε τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
7 Διὰ τοῦτο ὁ ἕνας νὰ δέχεται τὸν ἄλλον, ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς σᾶς ἐδέχθηκε διὰ νὰ δοξασθῇ ὁ Θεός.
8 Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, λέγω, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀληθής, ἔγινε ὑπηρέτης τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὥστε νᾶ πραγματοποιηθοῦν αἱ ὑποσχέσεις ποὺ ἔγιναν εἰς τοὺς πατέρας,
9 τὰ δὲ ἔθνη νὰ δοξάσουν τὸν Θεὸν διὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν του πρὸς αὐτά, καθὼς εἶναι γραμμένον, Διὰ τοῦτο θὰ σὲ δοξάζω, Κύριε, μεταξὺ ἐθνῶν καὶ θὰ ψάλλω εἰς τὸ ὄνομά σου.
10 Καὶ πάλιν λέγει: Εὐφράνθητε ἔθνη μαζὶ μὲ τὸν λαόν του.
11 Καὶ πάλιν: Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ὑμνήσατε αὐτὸν ὅλοι οἱ λαοί.
12 Καὶ πάλιν ὁ Ἡσαΐας λέγει: Θὰ ἔλθῃ ἡ ρίζα τοῦ Ἰεσσαὶ καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἐμφανισθῇ διὰ νὰ γίνῃ ἄρχων ἐθνῶν, εἰς αὐτὸν τὰ ἔθνη θὰ ἐλπίζουν.
13 Εἴθε ὁ Θεὸς τῆς ἐλπίδος νὰ σᾶς γεμίσῃ μὲ κάθε χαρὰν καὶ εἰρήνην, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν πίστιν, ὥστε νὰ ἔχετε ἄφθονη τὴν ἐλπίδα διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ Παῦλος δικαιολογεῖται δι’ ὅσα ἔγραψε

14 Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ἀδελφοί μου, εἶμαι πεπεισμένος γιὰ σᾶς ὅτι ἤδη εἶσθε γεμᾶτοι καλωσύνην, πλήρεις ἀπὸ κάθε γνῶσιν, ὥστε νὰ μπορῆτε νὰ νουθετῆτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
15 Ἀλλὰ σᾶς ἔγραψα, ἀδελφοί, μὲ τόλμην σὲ μερικὰ σημεῖα διὰ νὰ σᾶς τὰ ὑπενθυμίσω, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς χάριτος ποὺ μοῦ ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεόν,
16 νὰ εἶμαι ὑπηρέτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τὰ ἔθνη, προσφέρων ὡς θυσίαν τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ εἶναι ἡ προσφορὰ τῶν ἐθνῶν εὐπρόσδεκτη, ἁγιασμένη διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου.
17 Ἔχω λόγον λοιπὸν νὰ καυχῶμαι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τὸ ἔργον ποὺ κάνω διὰ τὸν Θεόν,
18 διότι δὲν θὰ τολμήσω νὰ μιλήσω παρὰ μόνον δι’ ὅ,τι ἔκανε ὁ Χριστὸς δι’ ἐμοῦ διὰ νὰ φέρῃ εἰς ὑπακοὴν τὰ ἔθνη, μὲ τὸν λόγον καὶ τὰ ἔργα,
19 μὲ τὴν δύναμιν σημείων καὶ τεράτων, μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὰ πέριξ μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ νὰ ἔχω συμπληρώσει τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ,
20 φιλοτιμούμενος νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶχε κηρυχθῆ ὁ Χριστός, διὰ νὰ μὴ οἰκοδομῶ ἐπάνω σὲ ξένο θεμέλιον,
21 ἀλλὰ καθὼς εἶναι γραμμένον, Θὰ ἰδοῦν ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους δὲν τὸν εἶχαν ἀναγγείλει, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἶχαν ἀκούσει γι’ αὐτόν, θὰ ἐννοήσουν.

Προσωπικὰ σχέδια τοῦ Παύλου

22 Διὰ τοῦτο καὶ ἐμποδίσθηκα πολλὲς φορὲς νὰ ἔλθω σ’ ἐσᾶς.
23 Τώρα ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ἔχω πλέον ἔργον σ’ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μέρη, καὶ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἐπιθυμῶ ζωηρὰ νὰ ἔλθω σ’ ἐσᾶς,
24 θὰ τὸ κάνω, ὅταν θὰ μεταβῶ εἰς Ἰσπανίαν. Ἐλπίζω περνώντας νὰ σᾶς ἴδω καὶ νὰ μὲ προπέμψετε πρὸς τὰ ἐκεῖ, ἀφοῦ πρῶτα σᾶς ἀπολαύσω γιὰ λίγον καιρόν.
25 Τώρα ὅμως πηγαίνω εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐκτελῶν ὑπηρεσίαν πρὸς τοὺς ἐκεῖ ἁγίους.
26 Διότι ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Ἀχαΐα ἀπεφάσισαν νὰ κάνουν κάποιαν συνεισφορὰν διὰ τοὺς πτωχοὺς τῶν ἁγίων τῆς Ἱερουσαλήμ.
27 Ἀπεφάσισαν αὐτὸ καὶ μάλιστα εἶναι χρεῶσται σ’ αὐτούς· διότι ἐὰν τὰ ἔθνη ἔχουν συμμερισθῆ τὰ πνευματικά τους ἀγαθά, ὀφείλουν νὰ τοὺς συνδράμουν καὶ εἰς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά.
28 Ἀφοῦ λοιπὸν ἐκτελέσω τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ τοὺς παραδώσω ἐν ἀσφαλείᾳ τὴν συνεισφορὰν αὐτήν, θὰ ἀναχωρήσω διὰ τὴν Ἰσπανίαν, περνώντας ἀπὸ σᾶς.
29 Ξέρω δὲ ὅτι ὅταν ἔλθω σ’ ἐσᾶς, θὰ ἔλθω μὲ τὸν πλοῦτον τῆς εὐλογίας τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.
30 Σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί, διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ διὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Πνεύματος νὰ ἀγωνισθῆτε μαζί μου σὲ προσευχὰς εἰς τὸν Θεὸν δι’ ἐμέ,
31 διὰ νὰ σωθῶ ἀπὸ τοὺς ἀπειθεῖς τῆς Ἰουδαίας και διὰ νὰ γίνῃ ἠ ἀποστολή μου εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ εὐπρόσδεκτη εἰς τοὺς ἐκεῖ ἁγίους,
32 ὥστε νὰ ἔλθω σ’ ἐσᾶς μὲ χαράν, ἐὰν τοῦτο εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἀπολαύσω τὴν συντροφιά σας.
33 Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης νὰ εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σας. Ἀμήν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 16

Προσωπικοὶ χαιρετισμοί

1 Σᾶς συνιστῶ τὴν Φοίβην τὴν ἀδελφήν μας, ἡ ὁποία εἶναι διακόνισσα τῆς ἐκκλησίας εἰς Κεγχρεάς,
2 διὰ νὰ τὴν δεχθῆτε ἐν Κυρίῳ ὅπως ἀξίζει εἰς ἁγίους καὶ τὴν βοηθήσετε εἰς ὅ,τι χρειασθῇ ἀπὸ σᾶς, διότι καὶ αὐτὴ ἐβοήθησε πολλοὺς καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον.
3 Χαιρετῆστε τὴν Πρίσκιλλαν καὶ τὸν Ἀκύλαν, τοὺς συνεργάτας μου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
4 οἱ ὁποῖοι χάριν τῆς ζωῆς μου ἐκινδύνευσαν νὰ ἀποκεφαλισθοῦν καὶ τοὺς ὁποίους ὄχι μόνον ἐγὼ εὐχαριστῶ ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι τῶν ἐθνῶν·
5 χαιρετῆστε ἐπίσης τὴν ἐκκλησίαν τοῦ σπιτιοῦ τους. Χαιρετῆστε τὸν Ἐπαίνετον τὸν ἀγαπητόν μου, ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ τὴν Ἀχαΐαν ποὺ ἐπίστεψε εἰς τὸν Χριστόν.
6 Χαιρετῆστε τὴν Μαριάμ, ἡ ὁποία πολὺ ἐκοπίασε γιὰ μᾶς.
7 Χαιρετῆστε τὸν Ἀνδρόνικον καὶ τὴν Ἰουνίαν, τοὺς ὁμοεθνεῖς μου καὶ συντρόφους μου εἰς τὴν φυλακήν. Εἶναι διακεκριμένοι μεταξὺ τῶν ἀποστόλων καὶ εἶχαν πιστέψει εἰς τὸν Χριστὸν πρὶν ἀπὸ ἐμέ.
8 Χαιρετῆστε τὸν Ἀμπλίαν τὸν ἀγαπητόν μου ἐν Κυρίῳ.
9 Χαιρετῆστε τὸν Οὐρβανὸν τὸν συνεργάτην μας ἐν Χριστῷ, καὶ τὸν Στάχυν τὸν ἀγαπητόν μου.
10 Χαιρετῆστε τὸν Ἀπελλῆν τὸν δοκιμασμένον ἐν Χριστῷ. Χαιρετῆστε τοὺς οἰκιακοὺς τοῦ Ἀριστοβούλου.
11 Χαιρετῆστε τὸν Ἡρῳδίωνα τὸν ὁμοεθνῆ μου. Χαιρετῆστε ἐκείνους ἀπὸ τοὺς οἰκιακοὺς τοῦ Ναρκίσσου, ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸν Κύριον.
12 Χαιρετῆστε τὴν Τρύφαιναν καὶ τὴν Τρυφῶσαν, αἱ ὁποῖαι κοπιάζουν διὰ τὸν Κύριον. Χαιρετῆστε τὴν Περσίδα τὴν ἀγαπητήν, ἡ ὁποία πολὺ ἐκοπίασε διὰ τὸν Κύριον.
13 Χαιρετῆστε τὸν Ροῦφον τὸν ἐκλεκτὸν ἐν Κυρίῳ, καὶ τὴν μητέρα του ποὺ εἶναι καὶ δική μου.
14 Χαιρετῆστε τὸν Ἀσύγκριτον, τὸν Φλέγοντα, τὸν Ἑρμᾶν, τὸν Πατρόβαν, τὸν Ἑρμῆν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ εἶναι μαζί τους.
15 Χαιρετῆστε τὸν Φιλόλογον καὶ τὴν Ἰουλίαν, τὸν Νηρέα καὶ τὴν ἀδελφήν του, τὸν Ὀλυμπᾶν καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους ποὺ εἶναι μαζί τους.
16 Χαιρετῆστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ ἅγιον φίλημα. Σᾶς χαιρετοῦν ὅλαι αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Χριστοῦ.
17 Σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί, νὰ προσέχετε ἐκείνους ποὺ δημιουργοῦν διχόνοιες καὶ σκάνδαλα, ἀντίθετα πρὸς ὅσα ἐδιδαχθήκατε,
18 καὶ ἀπομακρυνθῆτε ἀπ’ αὐτούς, διότι οἱ τέτοιοι ἄνθρωποι δὲν εἶναι δοῦλοι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ τῶν δικῶν τους ἐπιθυμιῶν καὶ μὲ τὰ γλυκὰ καὶ ὡραῖα τους λόγια ἐξαπατοῦν τὶς καρδιὲς τῶν ἀθώων.
19 Ἡ ὑπακοή σας ἔγινε γνωστὴ εἰς ὅλους. Χαίρω λοιπὸν γιὰ σᾶς, ἀλλὰ θέλω νὰ εἶσθε σοφοὶ γιὰ ὅ,τι εἶναι καλό, καὶ ἀκέραιοι εἰς τὸ κακό.
20 Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης θὰ συντρίψῃ γρήγορα τὸν Σατανᾶν κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σας. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζί σας.
21 Σᾶς χαιρετοῦν ὁ Τιμόθεος, ὁ συνεργάτης μου, καὶ ὁ Λούκιος, ὁ Ἰάσων καὶ ὁ Σωσίπατρος οἱ συμπατριῶται μου.
22 Σᾶς χαιρετῶ ἐν Κυρίῳ ἐγὼ ὁ Τέρτιος, ὁ ὁποῖος ἔγραψα τὴν ἐπιστολήν.
23 Σᾶς χαιρετᾶ ὁ Γάϊος ποὺ φιλοξενεῖ ἐμὲ καὶ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν. Σᾶς χαιρετᾶ ὁ Ἔραστος, ὁ οἰκονόμος τῆς πόλεως, καὶ ὁ Κούαρτος ὁ ἀδελφός.

Δοξολογία

24 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σας. Ἀμήν].
25 Εἰς ἐκεῖνον δὲ ποὺ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σᾶς στηρίξῃ σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιόν μου καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ μυστηρίου διὰ τὸ ὁποῖον ἐτηρεῖτο σιγὴ ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας
26 ἀλλὰ ἐφανερώθηκε τώρα, καί, διὰ προφητικῶν γραφῶν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ αἰωνίου Θεοῦ, ἔγινε γνωστὸς εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, ὥστε νὰ ὑπακούσουν εἰς τὴν πίστιν·
27 εἰς τὸν μόνον σοφὸν Θεὸν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς αὐτὸν ἂς εἶναι ἡ δόξα αἰωνίως. Ἀμήν.