Μοιραστείτε
Πήγαινε κάτω
avatar
vasilis
Member
Αριθμός μηνυμάτων : 16

Βίος - Όσιος Αρσένιος Πάρου - Μέρος 2ο Empty Βίος - Όσιος Αρσένιος Πάρου - Μέρος 2ο

Την / Το Τρι Νοε 05, 2013 12:09 pm
ΒΙΟΣ - ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ  ΠΑΡΟΥ - Μέρος 2ο

Συνέχεια

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄.

Χειροτονία τοῦ Ὁσίου εἰς Πρεσβύτερον. Χειροθεσία εἰς Πνευματικόν. Ἀνάδειξις αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς ὡς Προεστῶτος Ἡγουμένου. Ἡ Πνευματικὴ αὐτοῦ ἐργασία εἰς τὰς ἐν Πάρῳ Μονάς, εἰς τὴν νῆσον καὶ ἔξω τῆς νήσου.


Βλέποντες οἱ Πατέρες καὶ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὰς ἀρετάς, ἰδίως τὴν ταπείνωσιν, τὴν πραότητα, τὴν ἀκακίαν, τὴν φιλαδελφίαν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὅλοι ὁμοφώνως, προέτειναν αὐτῷ νὰ χειροτονηθῆ ἱερεύς· ἀλλὰ ἐκεῖνος, στοχαζόμενος τὸ ὕψος τῆς ἱερωσύνης, παρεκάλει τοὺς Πατέρας νὰ μὴν τὸν ἐνοχλοῦν, διότι ἐθεώρει ἑαυτὸν ἀνάξιον τοιούτου μεγίστου ἀξιώματος. Πληροφορηθεὶς ὁ τότε Μητροπολίτης Κυκλάδων Δανιήλ, περὶ τῆς ἐνθέου ἀσκητικῆς καὶ ἀγγελικῆς πολιτείας τοῦ Ἀρσενίου, τὸν ἐκάλεσε εἰς Σύρον, καὶ μὴ θέλοντας, τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο καὶ τὸν χειροθέτησε Πνευματικόν. Ἀπὸ τότε ηὔξησε τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνας, διότι γνώριζε καὶ ἠσθάνετο ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἱερεύς, καὶ μάλιστα ὀ Πνευματικός. Φρόντιζε νὰ συμφωνοῦν τὰ ἔργα μὲ τὰ λόγια καὶ μᾶλλον νὰ προπορεύονται τὰ ἔργα τῶν λόγων.

Ὁσάκις ἐλειτούργει παρίστατο εἰς τὸ Ἅγιον Θυσιαστήριον μετὰ φόβου καὶ τρόμου. Διηγοῦνταν πολλοί, πὼς παρακολουθοῦντες τὰς ὀρθρινὰς καὶ νυκτερινὰς ἀκολουθίας ἐν τῷ τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἱερῷ Ναῷ, ἤκουον ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, εἰς τὸ ὁποῖον μόνος ὡς ἐφημερεύων ὁ Πατὴρ Ἀρσένιος εὑρίσκετο, προσευχόμενος, μετὰ κλαυθμῶν καὶ στεναγμῶν, οἵτινες ἐξήρχοντο ἐκ τῆς καρδίας τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος, ἐποίει ὅσον ἠδύνατο ἐν κρυπτῷ τὰς ἀρετάς, φεύγων τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὁ Θεός, ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς, ὁ βλέπων τὰς τῶν ἀνθρώπων καρδίας, βλέπων ὅσα ἐποίει ἐν τῷ κρυπτῷ πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματος Αὐτοῦ, τὸν ἐδόξασε φανερά, καὶ γνωρίσαντες καὶ ἀκούσαντες οἱ ἄνθρωποι τὰς ἀρετάς του, ἔτρεχον πρὸς αὐτὸν καὶ ἐξωμολογοῦντο οὐ μόνον ἀπὸ τὴν Πάρον ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Σύρον, ἀπὸ Ἀθήνας, Πειραιᾶ, ἄλλας πόλεις, ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἄλλας Μονὰς τῆς Ἑλλάδος, πάντες δὲ ὠφελοῦντο ἐκ τῆς ἐξομολογήσεως, διότι ὁ Θεὸς τὸν εἶχε πλουτίσει μὲ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καὶ τῆς ἀγάπης. Ἐδέχετο πάντας μὲ ἀγάπην καὶ στοργὴν πατρικήν, καὶ εἰς πάντας ἔδιδε μετὰ συνέσεως καὶ διακρίσεως τὰ ἀναγκαῖα καὶ ὠφέλιμα πρὸς θεραπείαν φάρμακα. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀναγκαίων φαρμάκων, ἔδιδε πρὸς πάντας δύο κοινὰ φάρμακα· τὸ φάρμακον τῆς μετανοίας καὶ τὸ φάρμακον τῆς εὐσπλαγχνίας καὶ ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, προέτρεπε τοὺς πάντας νὰ μετανοοῦν εἰλικρινῶς, καὶ νὰ μὴν ἀπελπίζονται διὰ τὰς πολλάς των ἁμαρτίας, ἀλλὰ νὰ ἐλπίζουν εἰς τὴν ἄμετρον εὐσπλαγχνίαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπην Αὐτοῦ. Πολλοὺς διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ καλοῦ τρόπου, τοὺς ὡδήγησεν εἰς μετάνοιαν καὶ ἔσωσε.

Εἶχε μεταβῆ κόρη τις ἐκ Σύρου εἰς ἐπίσκεψιν ἀδελφῆς της μοναχῆς, εἰς τὴν Μονὴν Μεταμορφώσεως Χριστοῦ. Ἡ ἀδελφή της μοναχή, εἶχε προηγουμένως πληροφορηθῆ ὅτι ἡ ἀδελφή της, ἥτις διέμεινε ἐν Σύρῳ, παρεξετράπη τῆς εὐθείας ὁδοῦ, καὶ ὅταν τὴν εἰδοποίησαν ὅτι ἡ ἀδελφή της εὑρίσκετο ἔξω τῆς θύρας τῆς Μονῆς καὶ τὴν ζητεῖ, μόλις τὸ ἤκουσεν, ἤρχισε νὰ φωνάζει καὶ νὰ λέγει: Νὰ φύγει, νὰ φύγει μακρυὰ τῆς Μονῆς, διότι εἶναι μεμολυσμένη καὶ θὰ μολύνει τὴν Μονὴν καὶ τὰς ἀδελφάς. Λαβοῦσα δὲ μεθ’ ἑαυτῆς ὡς βοηθοὺς καὶ ἄλλας ἀδελφάς, ἐξῆλθε τῆς Μονῆς καὶ ἰδοῦσα τὴν ἀδελφήν της ἀναμένουσαν ἔξω τῆς θύρας τῆς Μονῆς, ἀντὶ νὰ την συμπονέσει ποὺ τὴν εἶχε τραυματίσει ὁ ψυχοφθόρος ἐχθρός, ἀντὶ νὰ τὴν λυπηθεί, νὰ τὴν ἀγκαλιάσει, νὰ τὴν φιλήσει, νὰ τὴν ἁρπάξει ἀπὸ τὸν φάρυγγα τοῦ βυθίου δράκοντος, νὰ φροντίσει νὰ τῆς θεραπεύσει τὰς πληγὰς καὶ τὰ τραύματα καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσει εἰς τὴν μετάνοιαν καὶ τὴν ἐξομολόγησιν καὶ νὰ τὴν σώσει, ὥρμησεν ἐναντίον της ὡς λέαινα, βοηθουμένη δὲ καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀδελφῶν, τὴν κτύπησε εἰς τὸ πρόσωπον, εἰς τὴν κεφαλήν, τὴν κατεμωλώπισε, τὴν κατετραυμάτισε σοβαρῶς καὶ μὲ φωνὰς ἀγρίας καὶ ἀπειλὰς τὴν ἐξεδίωξε, λέγοντάς της:

Φύγε, πόρνη μιαρά, ποὺ ἦλθες καὶ ἐδῶ εἰς τὸ Μοναστήριον, εἰς τὸν ἅγιον τοῦτον τόπον, νὰ τὸν μολύνεις. Φύγε, θὰ σὲ φονεύσω, νὰ ξεπλύνω τὸ ὄνειδος τῆς οἰκογενείας μας.

Ἡ δὲ ἀδελφή, ἔλεγε: Ἔσφαλα, συγχώρησέ με ἀδελφή μου, δὲν μὲ λυπάσαι, δὲν μὲ συμπονεῖς; Ποῦ ἀλλοῦ νὰ πάω.

Καὶ ἡ μοναχὴ τῆς ἁπήντησε: Ὄχι, δὲν εἶσαι ἀδελφή μου, εἶσαι πόρνη. Νὰ πᾶς νὰ πνιγῇς, νὰ σκοτωθῇς.

Φεύγουσα ἡ κακομοίρα ἐκείνη, κατετραυματισμένη καὶ καθημαγμένη, διότι ἐκ τῶν τραυμάτων τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ προσώπου ἔτρεχον αἵματα καὶ κατέστησαν αὐτὴν ἄμορφον, μὴ ἔχουσαν εἶδος, οὐδὲ τὸ πρότερον κάλλος, ἀπομακρυνθεῖσα τῆς Μονῆς ἕως 800 μέτρα, κάθησε ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, κλαίουσα πικρῶς, καὶ στενάζουσα ὀδυνηρῶς, ἔλεγε: Τί νὰ γίνω ἡ δυστυχής; Ποῦ νὰ ὑπάγω, ἀφ’ οὗ καὶ αὐτὴ ἡ ἀδελφή μου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔσπευσα νὰ ζητήσω βοήθειαν καὶ παρηγορίαν, καὶ αὐτὴν μὲ ἐξεδίωξε, μὲ πλήγωσε καὶ μὲ ἀπήλπισε; Τώρα ἄλλο δὲν μοὶ ἀπομένει, παρὰ νὰ ὑπάγω νὰ πνιγῶ εἰς τὴν θάλασσαν! Ὼ Θεέ μου, βοήθησόν μοι, τὴν τάλαιναν.

Τὴν ὥραν ἐκείνην κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ, τοῦ μὴ θέλοντος τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὴν μετάνοιαν, ἀνήρχετο εἰς τὴν Μονὴν ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος καὶ ἰδὼν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τετραυματισμένην, τὴν ἐλυπήθη, τὴν εὐσπλαγχνίσθη και πλησιάσας αὐτὴν τῆς λέει:

-Τί ἔχεις τέκνον μου καὶ θρηνεῖς, καὶ τίς σοῦ προξένησε τὰς πληγάς.

-Ἡ ἀδελφή μου Γέροντα, μὲ ἄλλας τινας καλογραίας.

-Καὶ διατὶ σὲ πλήγωσαν;

-Διότι Γέροντα, τινὲς διεφθαρμένοι ἄνδρες καὶ γυναῖκες μὲ πλάνησαν καὶ ἔγινα πόρνη. Ἀλλὰ κατάλαβα ὅτι δὲν ἔκαμα καλά, καὶ ἦλθα στὸ Μοναστήρι, νὰ ζητήσω βοήθειαν ἀπὸ τὴν ἀδελφήν μου, καὶ ἰδὲ Γέροντα τὶ μὲ ἔκαμαν. Ἔτσι κάνουν αἱ καλογραῖαι, αἱ ὁποῖαι ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμον διὰ νὰ σώσουν τὴν ψυχήν των; Σεῖς Γέροντα, τί μὲ συμβουλεύετε; Νὰ πάω εἰς στὴν θάλασσαν νὰ πνιγῶ, ἢ νὰ πάω νὰ κρημνισθῶ;

-Ἐγὼ τέκνον μου, δὲν σοῦ δίδω τοιαύτην συμβουλή. Ἐγὼ σὲ ἀγαπῶ ὡς τέκνον μου, καὶ ἐὰν θελήσεις θὰ σὲ πάρω μαζί μου, νὰ σοῦ θεραπεύσω τὰς πληγὰς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος σου.

-Καὶ ποῦ θὰ μὲ πάρεις Γέροντα;

-Εἰς τὸ Μοναστήρι τέκνον μου.

-Σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ πᾶς σὲ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι ποὺ εἶναι ἡ ἀδελφή μου μαζὶ μὲ αὐτὰς τὰς κακὰς καλογραίας, διότι θὰ μὲ φονεύσουν, μοῦ τὸ δήλωσαν καθαρά, ἐὰν ἐπέμενον νὰ ἔμενα. Σεῖς Γέροντα, εἶσθε καλὸς Πατέρας, ἀλλὰ αὐτὲς οἱ καλόγριες εἶναι κακοῦργες.

-Ἐλθὲ τέκνον μου ἀγαπητόν, καὶ δὲν θὰ σὲ φονεῦσουν, μὴ φοβεῖσαι, διότι ἐγὼ θὰ σὲ παραδώσω εἰς τὸν Χριστόν, καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ οὐδεὶς νὰ σὲ πειράξει.

-Ἒ, τότε Γέροντα, ἀφ’ οὗ θὰ μὲ παραδώσεις εἰς τὸν Χριστόν, δὲν τὰς φοβοῦμαι, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι πολὺ δυνατώτερος ἀπὸ αὐτάς.

Ἀφ’ οὗ τὴν ἐνεθάῤῥυνε καὶ τὴν παρηγόρησε, τὴν ἔλαβεν ἐκ τῆς χειρός, τὴν ἀνεβίβασεν εἰς τὴν Μονήν, καὶ ὡς ἄλλος καλὸς Σαμαρείτης, μὲ πατρικὰ καὶ στοργικὰ λόγια τὴν προέτρεψε εἰς μετάνοιαν καὶ ἐξομολόγησιν, καὶ μετανοήσασα εἰλικρινῶς καὶ ἐξομολογηθεῖσα καθαρῶς, ἐπέδεσε τὰ τραύματα αὐτῆς τὰ σωματικὰ καὶ τὰ ψυχικά, ἐπιχύσας ἔλαιον τὴν ἀγάπην καὶ εὐσπλαγχνίαν τοῦ Ἐλεήμονος Θεοῦ. Τοιουτοτρόπως καθαρίσας καὶ θεραπεύσας αὐτήν, ἐκδύσας δὲ αὐτὴν τὴν πρώτην στολήν, καὶ ἐνδύσας μὲ τὰ καθαρὰ ἱμάτια τῆς μετανοίας, τὴν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Μονὴν καὶ τὴν συνηρίθμησε μετὰ τῶν ὑπολοίπων μοναζουσῶν. Αὕτη δὲ τόσο προέκοψεν εἰς τὴν ἀσκητικὴν πολιτείαν, εἰς τὴν νηστείαν, ἐγκράτειαν, ἀγρυπνίαν, προσευχήν, σωφροσύνην καὶ λοιπὰς ἀρετάς, ὥστε ὑπερέβη πάσας τὰς μοναχάς, καὶ ἐπληρώθη εἰς αὐτὴν τὸ Ἁγιογραφικόν: Ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ.

Καλέσας δὲ πάσας τὰς μοναχάς, εἰς τὸν Ναὸν τῆς Μονῆς, δριμύτατα ἐπέπληξεν αὐτάς, ἰδίως ἐκείναις αἱ ὁποῖαι τὴν τραυμάτισαν, καὶ περισσότερον τὴν ἀδελφήν της εἰπών:

Ὁ πανάγαθος καὶ οὐράνιος Πατήρ, τὸν ἄσωτον υἱόν, ὅστις ἔζησεν ὅλον τὸν βίον αὐτοῦ ἀσώτως, ὅτε ἐπέστρεψεν εἰς αὐτόν, καὶ τὸν εἶδε μακρόθεν, ἔσπευσεν εἰς προϋπάντησίν του, τὸν ἐνηγκαλίσθη, τὸν ἐφίλησε, τὸν ἐπῆρε εἰς τὸν οἶκόν του, τὸν ἐξέδυσε τὰ παλαιὰ ἱμάτιά του καὶ τὸν ἐνέδυσε νέαν στολήν, ὑποδήματα νέα καὶ ἔκαμε μεγάλην χαράν, ὅτι ὁ υἱός του ἦτο νεκρὸς καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς καὶ εὑρέθη. Ὁ Χριστὸς κατῆλθεν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὄχι γιὰ νὰ σώσει τοὺς δικαίους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἦλθεν νὰ σώσει τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον, συνανεστρέφετο, συνωμίλει καὶ συνέτρωγε μὲ τελώνας, πόρνας, ἁμαρτωλούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐδείκνυεν ἀγάπην καὶ στοργήν, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τοὺς ἔσωζε. Σεῖς ὅμως κάματε τὸ ἀντίθετον. Ἀφ’ οὗ προηγουμένως γνωρίζατε ὅτι ὁ νοητὸς λύκος, ὁ διάβολος, τὴν εἶχε κατατραυματίσει καὶ καταπληγώσει τὴν ψυχήν, ἀντὶ νὰ τὴν λυπηθείτε, νὰ τρέξετε νὰ τὴν ἀγκαλιάσετε, νὰ τὴν φιλήσετε, νὰ τὴν σώσετε ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς ἁμαρτίας, τὴν μισήσατε καὶ τρέξατε νὰ τὴν φονεύσετε, καὶ ἐπειδὴν δὲν ἠδυνήθητε, τὴν προετρέψατε νὰ πάει νὰ φονευθῇ μόνης της. Λοιπόν, μάθετε ἀπὸ μένα, ὅτι ὄχι καλογραῖαι δὲν εἶσθε, ὄχι Χριστιαναί, ἀλλὰ οὔτε ἄνθρωποι. Λοιπόν, εἶσθε ἄσπλαγχνες, ἄστοργες, ἀσυμπαθεῖς, φονεύτριες, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς κανονίζω τρία ἔτη νὰ μὴν μεταλάβητε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐὰν δὲν ἀναγνωρίσητε τὸ μέγα ἁμάρτημά σας εἰς τὸ ὁποῖον ἀπερισκέπτως ὑποπέσατε. Νὰ μετανοήσητε, νὰ ὁμολογήσητε τὴν ἁμαρτίας σας, νὰ στενάξετε, νὰ κλαύσετε πικρῶς καὶ νὰ ζητήσετε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀπὸ μένα τὸν Πνευματικό σας, καὶ ἀπὸ τὰς ἀδελφὰς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι δὲν συνεφώνησαν εἰς τὴν ἁμαρτίας σας.

Ἐπειδὴ αἱ μοναχαὶ ἐκεῖναι συνησθάνσθησαν τὴν ἁμαρτίαν των καὶ μετενόησαν καὶ ἔκλαυσαν πικρῶς, τὰς συνεχώρησεν καὶ μετρίασε εἰς αὐτὰς τὸν κανόνα. Καὶ τὴν μὲν ἀδελφήν της τιμώρησε ὡς ἀφορμὴν δοῦσαν καὶ αἰτίαν τῆς ἁμαρτίας, ἓν ἔτος νὰ μὴ μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων· τὰς δὲ ἄλλας, ἓξ μῆνας
ὡς συνυπευθύνους.

Ἀποθανόντος τοῦ ἀειμνήστου Πατρὸς Ἠλιού, συνασκητοῦ, συμψύχου φίλου καὶ συμπατριώτου τοῦ Πατρὸς Ἀρσενίου, Προϊσταμένου τῆς Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου, πάντες οἱ πατέρες καὶ ἀδελφοὶ τῆς Μονῆς, ἐξέλεξαν Προϊστάμενο τὸν Ὅσιον Ἀρσένιον, ὅστις θεαρέστως καὶ θεοφιλῶς ἐποίμανε τὸ ἐμπιστευθὲν αὐτῷ μικρὸν ποίμνιον· ἀλλὰ βλέπων ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Ἡγουμένου, τῷ ἔφερον κώλυμα εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐξομολογήσεως, διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη καὶ παρητήθη τῆς Ἡγουμενείας καὶ ἀφωσιώθη τελείως καὶ μονίμως εἰς τὴν προσευχὴν καὶ ἐξομολόγησιν. Διὰ νὰ δύναται δὲ νὰ προσεύχεται ἀπερισπάστως καὶ καθ’ ὁδόν, ὁσάκις μετέβαινεν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Γεώργιον ἢ εἰς τὴν Μονὴν Μεταμορφώσεως ἢ εἰς τὴν Λογγοβάρδαν, ἐπὶ ὄνου καθήμενος, σκέπαζε μὲ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχόν του τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν του διὰ νὰ μὴν βλέπει ἄλλο τι καὶ περισπᾶται ὁ νοῦς του, παρὰ νὰ βλέπει μόνον τὸν Θεόν, μὲ τὸν ὁποῖον συνωμίλει.

Εἰς τὴν Λογγοβάρδαν, ἤρχετο κατὰ καιροὺς εἰς τὸν ἐπίσης διάσημον καὶ ἅγιον Πνευματικὸν Ἱερόθεον Βοσυνιώτην καὶ ἐξωμολογοῦντο ἀλλήλοις. Διηγεῖτο, μὲ ἁπλότητα, συγκίνηση καὶ μὲ δάκρυα ὁ ἐκ Λευκῶν Γέρων Ἰγνάτιος Ῥαγκούσης τὰ ἑξῆς: Ἐπειδὴ ὡς νέος καὶ ἀρχάριος, ὅτε ἦλθον εἰς τὴν Μονήν, ὑπηρετοῦσα τὸν Γέροντα Ἱερόθεον, πολλάκις ἤνοιγον τὴν θύραν χωρὶς νὰ κτυπήσω, καὶ πολλὲς φορὲς ἔβλεπε, ἄλλοτε τὸν Γέροντα Ἱερόθεον γονατιστὸν ἐμπρὸς εἰς τὸν Πατέρα Ἀρσένιον καὶ ἐξωμολογεῖτο, καὶ ἄλλοτε τὸν Πατέρα Ἀρσένιον γονατιστόν ἐμπρὸς εἰς τὸν Γέροντα Ἱερόθεον.

Καιρόν τινα, μετέβη τις ἐπίσημος εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον πρὸς ἐπίσκεψιν τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου καὶ πρὸς ἐξομολόγησιν, καὶ ἀφ’ οὗ ἐξωμολογήθη, εἶπεν εἰς τὸν Ἅγιον:  Πάτερ Ἀρσένιε, ἔχετε ὡραῖον κῆπον, μὲ πορτοκαλλέας, λεμονέας, μηλέας, καὶ ἄλλα ὀπωροφόρα δένδρα καὶ ἄνθη, ἂς ὑπάγωμεν νὰ ἀπολαύσωμεν τὸ κάλλος καὶ τὴν θέαν τῶν δένδρων καὶ τῶν ἀνθέων.

Ὁ Πατὴρ Ἀρσένιος τῷ ἔδειξεν τὴν μικρὰν Βιβλιοθήκην του καὶ τῷ εἶπε: Ἰδοὺ ὁ δικός μου κῆπος ὁ τερπνότατος καὶ ὡραιότατος. Τοῦ ἔδειξε τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῷ εἶπε: Ἰδοὺ τὰ ἀγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη καρπῶν εὐχύμων καὶ νοστίμων. Τοῦ ἔδειξε καὶ μικρὰ βιβλία Ἐκκλησιαστικά: Ἰδοὺ καὶ ἄνθη ἡδύπνοα πανεύοσμα καὶ πάντερπνα, τρέφοντα, τέρποντα καὶ εὐφραίνοντα τὴν ἀθάνατον ψυχήν.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄.

Ἀποδημία τοῦ Ἁγίου πρὸς Κύριον. Ἡ μεγάλη θλῖψις τῶν κατοίκων τῆς νήσου καὶ τῶν πνευματικῶν του τέκνων του.


Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος, ἐκτὸς τῶν ἑκουσίων θλίψεων· νηστειῶν ἀγρυπνιῶν καὶ κακοπαθειῶν, εἶχε καὶ θλίψεις ἀπό τινας ἄρχοντας τῆς νήσου, οἵτινες τὸν ἔθλιβον, πολλὰ κατ’ αὐτοῦ λέγοντες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν οἰκεῖον Μητροπολίτην, ὅστις καὶ ἀργὸν ἐπί τινα καιρὸν τὸν ἔκαμεν. Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος, εἰς μὲν τὰς θλίψεις ἔχαιρε, τοὺς δὲ θλίβοντας αὐτὸν ματαίως, συνεχώρει, εὐχόμενος ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ αἱ μοναχαὶ τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως Χριστοῦ, τῶν ὁποίων τὴν προστασίαν καὶ κηδεμονίαν εἶχεν ἀναλάβει, πολλάκις ἔθλιβον αὐτὸν μὲ τὰς ταραχάς, φιλονικίας καὶ ἀκαταστασίας αὐτῶν καὶ τὸν ἐλύπουν. Κάποτε δέ, τόσην στενοχωρίαν καὶ θλῖψιν τοῦ ἔδοσαν, διότι ἐφιλονίκουν καὶ δὲν εἰρήνευον, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ τὰς ἐγκαταλείψῃ. Ἀφ’ οὗ τὰς ἐκάλεσε καὶ τὰς συνεβούλευσε διὰ τελευταίαν φορὰν νὰ ἡσυχάσουν καὶ ἐκεῖναι ἐπέμενον εἰς τὰς φιλονικίας των, ἀνεχώρησε λυπημένος καὶ ἠγανακτισμένος ἐναντίον των. Ἀπερχόμενος εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, μὲ σκοπὸν νὰ μὴν ἐπιστρέψει ποτὲ εἰς τὴν Μονὴ τῶν Καλογραιῶν, συναντᾷ στὴν θέσιν Λαγκαδά, τὸν Ἅγιον Γεώργιον εἰς μορφὴν νεανίου, ὡραίου τὴν ὄψιν ὡς ἀγγέλου, καὶ τῷ λέγει:

-Ποῦ ὑπάγεις Ἀρσένιε;

-Εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον.

-Καὶ διατὶ ἐγκατέλιπες τὰς μοναχάς;

-Τὰς ἐγκατέλιπον, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ βαστάζω τὰς παρεκτροπάς των.

-Καὶ πῶς δὲν ἐσκέφθης, ὅτι ὁ Κύριος βαστάζει τὰς παρεκτροπὰς ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, ἀκόμη καὶ ἐκείνων ποὺ δὲν τὸν πιστεύουν, ἀλλὰ τὸν ὑβρίζουν, τὸν βλασφημοῦν, τὸν καταφρονοῦν, ὑπέμεινε δὲ καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν σταύρωσαν καὶ ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸν Σταυρὸν ηὔχετο ὑπὲρ τῶν σταυρούντων Αὐτόν, λέγων: Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τὶ ποιοῦσι; Πῶς σὺ 40 καλογραιῶν δὲν βαστάζεις τὰς παρεκτροπάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι γυναῖκες, ἀσθενεῖς φύσεις, καὶ αἱ ὁποῖαι, ναὶ μὲν διὰ τῶν παρεκτροπῶν των σὲ λύπησαν, ἀλλὰ τώρα μετενόησαν;

-Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετανοήσωσι, διότι πολλάκις μοι ὑπεσχέθησαν, ἀλλὰ δὲν τήρησαν τὴν ὑπόσχεσίν των. Τώρα καὶ ἐγὼ γέρασα καὶ θὰ κοιτάξω διὰ τὴν ψυχήν μου.

-Γέροντα, στρέψον δεξιά, καὶ εἰπέ μοι, τί βλέπεις;

-Βλέπω ἕνα φῶς θαυμάσιον, ὑπέρλαμπρον, καὶ γλυκύτατον καὶ δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω τὶ φῶς ἐστι.

-Στρέψον καὶ ἀριστερά.

-Βλέπω σκότος μέγα ψηλαφητόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξέρχεται ἀνυπόφορος δυσωδία.

-Ἄκουσον, Γέροντα, ἐὰν μοῦ ἀκούσῃς καὶ στραφῇς ὁπίσω καὶ παρηγορήσεις τὰς μοναχάς, αἱ ὁποῖαι μετενόησαν καὶ κλαίουσι διότι σὲ ἐλύπησαν, αὐτὸ τὸ φῶς τὸ ὁποῖον εἶδες, θὰ σὲ ἀκολουθῇ , θὰ εἶναι μαζί σου, καὶ ἐὰν κάμεις ὑπομονὴν ἕως τέλους, θὰ σὲ συνοδεύσει εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν, εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Μὰ ἐὰν δὲν στραφῇς εἰς τὰς καλογραίας, τότε σὲ ἐκδέχεται τὸ σκότος τὸ ψηλαφητόν.

Ταῦτα εἰπὼν ὁ φαινόμενος νεανίας ἔλαμψεν ὡς ἀστραπὴ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ εὐθὺς ἀφανὴς ὁ φανεὶς ἐγένετο. Ταῦτα ἰδὼν καὶ ἀκούσας ὁ Πατὴρ Ἀρσένιος, κατάλαβε ὁ φανεὶς λαμπρότατος νεανίας ἦτο ὁ Τροπαιοφόρος Γεώργιος, καὶ δὲν μετέβη εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπεῖχε 10 λεπτὰ τῆς ὥρας, ἀλλὰ ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, εἰς τὴν Μονὴν τῆς Μεταμορφώσεως καὶ εὗρε τὰς καλογραίας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν θρηνούσας καὶ ἱκετεύουσας τὸν Χριστὸν νὰ φωτίσει τὸν Πνευματικόν των νὰ ἐπιστρέψει νὰ τὰς συγχωρήσει καὶ νὰ μὴν ἀποθάνουν μὲ δεσμὸν ἀσυγχωρησίας. Ἰδοῦσαι παραδόξως τὸν Πνευματικόν των, τῷ ἐζήτησαν συγχώρησιν, αὐτὸς δὲ διηγήθη καταλεπτῶς αὐταῖς πάντα τὰ ἀνωτέρω, καὶ οὕτω μετετράπη τὸ πένθος των εἰς εὐφροσύνην καὶ εἰς χαρὰν τὰ δάκρυα των.

Αἱ δὲ ἐνοχλήσεις τὰς ὁποίας δοκίμαζε ὁ Ἅγιος ἀπὸ τοὺς ἄσαρκους δαίμονας, τοὺς ὁποίους ἐπολέμει διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἀγρυπνιῶν, μόνο ὁ Θεὸς γινώσκει. Ἐνίοτε δέ, ἤκουον καὶ οἱ ὑποτακτικοί του τὸν πόλεμον ὃν εἶχε μὲ τοὺς πονηροὺς δαίμονας.

Ἀγωνισθεὶς τὸν ἀγῶνα τὸν καλόν, φθάσας εἰς ἡλικίαν 77 ἐτῶν, τὴν 31ην Ἰανουαρίου τοῦ 1877, ἀπεδήμησε πρὸς τὸν Θεόν.

Τὴν τελευτὴν αὐτοῦ προειδώς, προεῖπεν εἰς τὰ πνευματικά του τέκνα, κατὰ τὴν Λειτουργίαν τὴν ὁποίαν ἐτέλεσεν εἰς τὴν 1ην Ἰανουαρίου κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Μετὰ τὴν Λειτουργίαν πῆγε εἰς τὸ κελλίον του καὶ ἀνεκλίθη. Παρέμεινεν ἐπὶ κλίνης διότι ἠσθάνετο ὅτι αἱ σωματικαὶ δυνάμεις του τῇ ἡμέρᾳ ἠλαττοῦντο καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ περπατήσει, νὰ κινηθῇ. Εἰς τὴν ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων, κατῆλθεν εἰς τὸν Ναόν, καὶ μετὰ πολλοῦ κόπου τέλεσε τὴν Θείαν Λειτουργίαν  καὶ τὸν Μέγαν ἁγιασμόν, καὶ ἀπελθών, ἐξηπλώθη ἡσύχως εἰς τὴν κλίνην του καὶ λέγει εἰς τὰς παρισταμένας μοναχάς:

Αὕτη τέκνα μου ἦτο ἡ τελευταία Λειτουργία τὴν ὁποία τέλεσα. Εὐχαριστῶ τὸν Πανάγαθον Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ βοήθησε, διότι ἐὰν δὲν μὲ ἐβοήθει, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ τελειώσω τὴν Λειτουργίαν καὶ τὸν Ἁγιασμόν. Δόξα τῇ παναγάθῳ βουλῇ αὐτοῦ, καὶ τῇ ἀπείρῳ ἀγαθότητι. Εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου, τῷ οὕτως ἀγαπήσαντί με καὶ παραδόντι Ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ εἰς τὸν Σταυρικὸν θάνατον. Τὸν ὑπερευχαριστῶ καὶ πάλιν, διὰ τὴν χορηγία τῶν ἀπείρων δωρεῶν, εὐλογιῶν καὶ χαρίτων ἃ δέδωκέ μοι. Οὐδὲν ἄλλο θέλω, ἐπιθυμῶ καὶ ζητῶν, εἰ μὴ νὰ συγχωρήσει τὰς πολλάς μου ἁμαρτίας καὶ νὰ παραλάβει τὴν ψυχήν μου.

Διαδοθείσης ἀστραπιαίως τῆς φήμης εἰς ὅλην τὴν νῆσον, ὅτι ὁ Πατὴρ Ἀρσένιος ἀσθενεῖ καὶ πρόκειται νὰ ἀποθάνῃ, ἔτρεχον ἀπὸ ὅλα τὰ χωρία τῆς νήσους ἄνθρωποι πάσης ἡλικίας, τάξεως καὶ καταστάσεως, κλαίοντες καὶ θρηνοῦντες διὰ τὴν ὀρφανίαν των. Τὴν δὲ παραμονὴν τῆς τελευτῆς του κάλεσα τὰς ἀδελφὰς τῆς Μονῆς καὶ ἀνήγγειλεν αὐταῖς τὸ διὰ τὸν ἑαυτόν του εὐχάριστο μήνυμα τοῦ θανάτου, ἀλλὰ δι’ ἐκείνας δυσάρεστο καὶ λυπηρό. Μόλις ἤκουσαν αἱ μοναχαὶ τὸ θλιβερὸν δι’ αὐτὰς μήνυμα, ξέσπασαν σὲ λυγμούς καὶ ἄρχισαν γοερῶς νὰ θρηνοῦν. Βλέπων αὐτὰς ὁ ἅγιος οὕτως θρηνούσας, τὰς παρηγόρει. Ἀφ’ οὗ ἱκανῶς νουθέτησε τὰς ἀδελφάς, ζήτησε καὶ τῷ ἔκαμαν ἅγιον Εὐχέλαιον καὶ τὴν ἑπομένην, μετασχῶν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἀφ’ οὗ ηὐχαρίστησε τὸν Κύριον, ἔκαμε δέησιν θερμοτάτην πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τῶν πνευματικῶν του τέκνων, ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς νήσου, ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ἔθνους, τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως. Εἶτα, ὕψωσε τὰς χεῖράς του καὶ τὴν διάνοιάν του πρὸς Οὐρανὸν καὶ εἶπε: Κύριε, εἰς χεῖράς σου παρατίθημι τὸν μικρὸν τοῦτο ποίμνιον, ὅπερ μοι ἐνεπιστεύθης καὶ τὸ πνεῦμά μου ὅπερ μοὶ δέδωκας. Σὸς εἰμὶ ἐγὼ Κύριε, σῶσόν με ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. Καὶ ταῦτα εἰπών, ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ παρέδωκε τὸ πνεῦμα τὴν 31ην Ἰανουαρίου 1877, εἰς ἡλικίαν 77 ἐτῶν.

Μόλις ἠκούσθη πρῶτον εἰς τὴν χώραν τῆς νήσου ὅτι ὁ Πατὴρ Ἀρσένιος ἐτελεύτησε, διεδόθη εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς νήσου καὶ ὅλη ἡ νῆσος ἐβυθίσθη εἰς μέγα πένθος. Ἔκλαιον πάντες καὶ ὠδύροντο τὴν στέρησιν τοιούτου ἁγίου πατρός. Ἔδραμον δὲ πάντες σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις νὰ ἀσπασθῶσι τὸ τίμιον λείψανον αὐτοῦ καὶ συνοδεύσωσιν ἄχρι τοῦ τάφου. Ἐπειδὴ δέ, δὲν ἦτο δυνατὸν πάντες νὰ τὸ ἀσπασθῶσι διὰ τὸ πλῆθος, καὶ ἐπειδὴ οἱ μακρὰν ἐν τοῖς χωρίοις δὲν ἠδυνήθησαν αὐθημερὸν νὰ προσέλθωσιν, ἀφῆκαν τὸ λείψανόν του ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ τὸ ἀσπασθῶσι, καὶ τότε ἄραντες αὐτὸ μετὰ ὕμνων καὶ θαυμάτων καὶ μετὰ πολλῶν δακρύων ἐνεταφίασαν αὐτὸ εἰς τόπον, τὸν ὁποῖον ἔτι ζῶν ὑπέδειξεν ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος, οὗ ταῖς πρεσβείαις καὶ ἱκεσίαις σωθείημεν πάντες. Ἀμήν.





Πηγή
voutsinasilias.blogspot.gr
Επιστροφή στην κορυφή
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης