Μοιραστείτε
Πήγαινε κάτω
Γιώργος
Γιώργος
Author
Αριθμός μηνυμάτων : 1436
https://www.proseyxi.com

Παρακλητικός Κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Καλούμενην Ακένωτον Ποτήριον Empty Παρακλητικός Κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Καλούμενην Ακένωτον Ποτήριον

Την / Το Κυρ Ιουν 23, 2019 1:26 pm
Παρακλητικός Κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Καλούμενην «Ακένωτον Ποτήριον»

ΙΕΡΑ ΕΙΚΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ Η ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ «ΑΚΕΝΩΤΟΝ ΠΟΤΗΡΙΟΝ»

Αΰτη ή ιερά είκών τής Παναγίας του Ακένωτου Ποτηριού, έχει έκ τοϋ Κυρίου καί Θεοΰ ήμών, έξιδιασμένη την χάριν νά βοηθή ποικιλοτρόπως τον άγώνα διά την άπαλλαγήν των πασχόντων καί καταφευγόντων μετά πίστεως εις την χάριν Αύτής άπό τήν χρήσιν των ναρκωτικών καί των παθών τής μέθης, του καπνίσματος καί των λοιπών εξαρτήσεων.
Μέ τρόπο θαυμαστό ή Παναγία μας, άποκάλυψε διά του οσίου Βαρλαάμ τήν χάριν τής Αγίας είκόνος Της, στον πάσχοντα Στέφανο, ό όποιος και έτυχε τής θεραπείας του. Άπό τότε καθημερινά γίνονται θαυμαστές ίάσεις τών πασχόντων.
«’Ίδε μου τήν θλίψιν τήν ψυχικήν, βλέψον μοι τω οντι έν τή χρήσει ναρκωτικών, τω περιπεσόντι καπνίσματος τω πάθει' Αγνή και δός μοι νήψιν και τήν έγρήγορσιν». (Άπό τον Παρακλητικό κανόνα)
Ή έόρτιος σύναξις πρός τιμήν τής ίεράς είκόνος, τής Παναγίας τοϋ «Άκενώτου Ποτηριού» τελείται στο Μοναστικό Οίκο μας τήν 18ην Μαΐου.
Κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή ψάλλεται ενώπιον τής άγιας είκόνος ή ιερά Παράκλησις Αύτής, καθώς καί όποιαδήποτε ήμέρα καί ώρα ζητηθή έκ τών πασχόντων.

Μοναστικός Οίκος Υ. Θ. «Χαράς τών Θλιβομένων» Παλαιοχώρι Χαλκιδικής


Ποίημα Καθηγούμενης Ίσιδώρας Μοναχής Άγιεροθείτίσσης.
Παρακλητικός Κανών εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Καλούμενην Ακένωτον Ποτήριον Akenot10

Εΰλογήσαντος τοϋ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον ΡΜΒ' (142) Ψαλμόν.
Κύριε, είσάκουσον της προσευχής μου, ένώτισαι την δέησίν μου έν τη άληθεία σου, είσάκουσον μου έν τη δικαιοσύνη σου. Και μή είσέλθης είς κρίσιν μετά τοϋ δούλου σου, ότι ού δικαιωθήσεται ενώπιον σου πας ζών. Ότι κατεδίωξεν ό εχθρός την ψυχήν μου έταπείνωσεν είς γήν τήν ζωήν μου. Έκάθισέ με έν σκοτεινοΐς, ώς νεκρούς αίώνος, και ήκηδίασεν έπ’ εμέ τό πνεύμα μου, έν έμοι έταράχθη ή καρδία μου. Έμνήσθην ήμερων άρχαίων, έμελέτησα έν πάσι τοις έργοις σου, έν ποιήμασι των χειρών σου έμελέτων. Διεπέτασα πρός σε τάς χείράς μου ή ψυχή μου ώς γη άνυδρός σοι. Ταχύ είσάκουσόν μου, Κύριε, έξέλιπε τό πνεΰμά μου. Μή άποστρέψης τό πρόσωπόν σου άπ’ έμοΰ, και όμοιωθήσομαι τοΐς καταβαίνουσιν είς λάκκον. Άκουστόν ποίησόν μοι τό πρωΐ τό έλεός σου, ότι έπΐ σοι ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, όδόν εν ή πορεύσομαι, ότι πρός σέ ήρα την ψυχήν μου. Έξελοΰ με έκ των εχθρών μου Κύριε, πρός σέ κατέφυγον δίδαξόν με τοΰ ποιεΐν τό θέλημά σου, ότι σύ εί ό Θεός μου. Τό Πνεΰμά σου τό άγαθόν οδηγήσει με έν γή ευθεία ενεκεν τοΰ ονόματος σου, Κύριε, ζήσεις με. Έν τή δικαιοσύνη σου, έξάξεις έκ θλίψεως την ψυχήν μου. Καί έν τω έλέει σου έξολοθρεύσεις τούς έχθρούς μου. Και άπολεΐς πάντας τούς θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι έγώ δοΰλός σού εΐμι.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α´. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β'. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἡμυνάμην αὐτοῦς.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ'. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Κατόπιν τά Τροπάρια.

Ήχος δ'. Ό ύψωθεις έν τω Σταυρώ.

Των ουρανίων δωρεών τό ταμεΐον, τής άγαθότητος ό πάντιμος πλούτος, τής άπαθείας πρόξενος, ζωής ή πηγή Δέσποινα ή άχραντος, και Παρθένος Μαρία, θείοις μελωδήμασι, και ωδαϊς εύφημείσθω καί γάρ παρέχει έλεος ήμϊν, τής άκενώτου, ζωής ώς Ποτήριον.

Δόξα. "Ομοιον.
Ο έμπεσών ναρκωτικών τή παγίδι, καί τοΰ καπνίσματος καί μέθης τω πάθει, κατολισθήσας Στέφανος, έν πίστει θερμή ήλθε τή είκόνι σου, Παναγία Παρθένε, θείαις παραινέσεσι, Βαρλαάμ τοΰ Όσιου καί ίαθείς έδόξασε την σήν, μεγαλωσύνην, καί άκραν χρηστότητα.

Και νϋν. Θεοτοκίον. "Ομοιον.
Ού σιωπήσομέν ποτέ, Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλεΐν οί άνάξιοι είμή γάρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ημάς έρρύσατο έκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δε διεφύλαξεν έως νϋν έλευθέρους; Ούκ άποστώμεν, Δέσποινα, έκ σοϋ σούς γάρ δούλους σώζεις αεί, έκ παντοίων δεινών.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός.
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα  συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Και άρχόμεθα τού κανόνος.
Ου ή άκροστιχίς:
«Τό σόν Άκένωτον Ποτήριον Παναγία σέβω. Ίσιδώρας».

'Ηχος πλ. δ'. ’Ωδή α'. Ύγράν διοδεύσας...

Τή θεία είκόνι σου προσπεσών, Πανάσπιλε Κόρη μετά πίστεως έκβοώ, πηγήν μοι παράσχου τού ελέους· εξ άκενώτου 'Αγνή Ποτηριού σου.

Ούδεις ό έλπίσας έπι την σήν, άκένωτον χάριν καταισχύνεται Μαριάμ, άλλά συμπάθειας σου τον πλούτον έξ άκενώτου λαμβάνει έλέους σου.

Στεφάνω πεσόντι είς τον βυθόν, τής μέθης Παρθένε τή χειρί σου τή κρατανά, ήνόρθωσας τούτον θεραπεύσας έκ των παθών μου κάμε ούν άνάστησον.

Δόξα Πατρι καί Υνώ καν Αγΐω Πνεύματι.
Ο κλήρος καν άπας σου ό λαός, Παρθένε Μαρία  την εικόνα σου προσκυνών, τώ θείω έλέει σου έλπίζεν συ γάρ Ποτήριον εί τό άκένωτον.

Καν νΰν καν άει καν εις τούς αιώνας τών ανώνων. ’Αμήν.
Νειλώα ώς ρείθρα έπι τής γής, τοΰ σοϋ άκενώτου Ποτηριού αι δωρεάι, άει άπορρέουσι Παρθένε καν τής κακίας τα πάθη ξηραίνουσιν.


’Ωδή γ'. Ούρανίας άψϊδος...
Αδιστάκτω καρδία, και λογνσμώ κρείττονι, καν έν σταθηρα πεπονθήσει, Δέσποινα Άχραντε, έπι  την σήν προσπεσών, νερωτάτην ενκόνα, έκ τής μέθης ρΰσαν με, κράζω έκάστοτε.

Κυβερνήτης γενοϋ μον, καν οδηγός Πάναγνε, καν έν τώ πελάγει τοΰ βίου, συναντιλήπτωρ μου, άπό τής μέθης παθών, ναρκωτνκών έκ παγίδος, καν έκ τοΰ καπνίσματος, σώσόν με δέομαι.

Είς το πέλαγος βλέπων, σών οίκτιρμών Δέσποινα, και άποσκοπών τώ πελάγει, τής συμπάθειας σου, ό τυφλωθείς τή ψυχή, έξ άκρασίας τής μέθης, επ’ έμέ έπίβλεψον, κράζω δεόμενος.

Δόξα Πατρί καί Υίώ καί 'Αγίω Πνεύματι.
Νυσταγμώ άμελείας, εις τον κρημνόν πέπτωκα, τών ναρκωτικών καί τής μέθης, καί τοΰ καπνίσματος, άλλ’ έπιστρέψας προς σέ, άπό βαθέων μου κράζω, Παναγία Δέσποινα, συ με έξέγειρον.

Καί νϋν καί άεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων. ’Αμήν.
Ως ποτήριον πλήρες, πλουτοποιοϋ χάριτος, ώσπερ ποταμός άκενώτου, άμα χρηστότητος, ώς προχοή διαυγής, τής δαψιλούς σου εύνοιας, ή είκών σου δέδεικται, Κόρη Μητρόθεε.


Αμέτοχον, τής ψυχοφθόρου με δεϊξον ναρκωμανιας, τής κραιπάλης τής βλαβεράς, τής μέθης τε τής λήθης τε, καπνίσματος πάθους τε ψυχοφθόρου.

Επίβλεψον, έν εύμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, επί την έμήν χαλεπήν τού σώματος κάκωσιν, καί ϊασαι τής ψυχής μου τό άλγος.


Ό ΐερεύς μνημονεύει.
Μεθ’ ό. Κάθισμα.
Ήχος β'. Πρεσβεία θερμή...

Βορβόρου παθών, καί ρύπου τοΰ καπνίσματος, έκ  μέθης δεινής, καί ζάλης τής ναρκώσεως, τή χειρί σου ρΰσαι με Παναγία ’Άχραντε δέομαι, καί τής άφράστου πλήσον με χαράς, ώς ούσα Άκένωτον Ποτήριον.


'Ωδή δ'. Εΐσακήκοα Κύριε...
Την πολλήν σου χρηστότητα, καί την άδαπάνητον αγαθότητα· ας δεικνύεις τοΐς ίκέταις σου· Παναγία υμνοις μεγαλύνομεν.

Ο τό πρώην ών μέθυσος, Στέφανος προσήλθε σοι μετά πίστεως· Παναγία καί λελύτρωται, έκ δεσμών τής μέθης τής παράφρονος.

Νυσταγμόν εις ψυχόλεθρον, πέπτωκα τής μέθης καί τοϋ καπνίσματος· καί βοώ σοι Κόρη πάναγνε, νηφαλέαν δίδου μοι διάνοιαν.

Δόξα Πατρί καί Υίώ καί Άγίω Πνεύματι.
Πωρωθείς την καρδίαν μου, έκ ναρκωτικών τε καί τής χαυνώσεως ώς Ποτήριον Άκένωτον, Παναγία κράζω σοι βοήθει μοι.

Καί νϋν καί άεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων. ’Αμήν.
Ολησθήσας εις βάραθρα, μέθης τε καί νάρκης καί τοϋ καπνίσματος· Θεοτόκε ικετεύω σε, έπανάγαγέ με είς μετάνοιαν.


’Ωδή ε'. Φώτισον ημάς...
Τείχος έν έμοί, άνορθοϋται τοϋ καπνίσματος, ή συνήθεια καί μέθης ή φθορά, ναρκωτικών τε, ών με λύτρωσαι Πανάχραντε.

΄Ηλιος έν γη, ώς ώραΐος καί ύπέρλαμπρος, τό σον πρόσωπον αστράπτει Μαριάμ, καί διαλύει, τής άπάτης την σκοτόμαιναν.

Ρϋσαι με 'Αγνή, έκ τοϋ πάθους τοϋ καπνίσματος, * έκ τής βλάβης τε πικρών ναρκωτικών, καί από μέθης, ών τό τέλος ή άπώλεια.

Δόξα Πατρί καί Υίώ καί 'Αγίω Πνεύματι.
΄Ιδε συμπαθώς, τή πτωχεία τή έσχάτη μου, Παναγία καί τον πλοϋτον σου μοι δός, έξ άκενώτου, Ποτηριού σου φιλάγαθε.

Καί νϋν καί άεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων. Αμήν.
΄Ομματα ψυχής, μετά πίστεως έπαίρω σοι, Χαναναία ώσπερ άλλη καί βοώ, τοϋ σοϋ έλέους, τα ψυχία δός μοι Άχραντε.


Ώδή στ'. Την δέησιν
Ναρκώσεως, έκ δεινής με λύτρωσαι, άκρασίας τε και μέθης Παρθένε έκ τής φθοράς, τοϋ καπνίσματος άμα, έκ συνήθειας αίσχράς και άτοπου τε και δεΐξον με υιόν φωτός καί ημέρας τοΰ πράττειν τα εύσχημα.

Παράδεισον, όν τής Εΰας έκλεισεν, ή άκράτεια τή βρώσει τοϋ ξύλου εν οίκτιρμοΐς, Παναγία Παρθένε, τή ταπεινώσει σου πάλιν ήνέωξας καί έβλυσας κρουνούς ζωής ώς πληρέστατον ούσα Ποτήριον.

Αγκάλας σου, μητρικάς Πανάχραντε, αΐς έβάστασας Θεόν ώσπερ βρέφος εν άγαθοΐς, συμπαθούς σου έλέους, καί έν πολλή σου χρηστότητι άνοιξον καί μέθης ρϋσαι με παθών άπαθείας μοι τρόπους διδάσκουσα.

Δόξα Πατρΐ καί Υίώ καί 'Αγίω Πνεύματι.
Νυκτώδης μου, ζοφερός καί άστατος, καί σκοτόμορφος ύπάρχει ό βίος ναρκομανής, καπνιστής γάρ υπάρχω, αίσχροποιός άμελής τε καί ράθυμος τής μέθης άμα εραστής άλλα συ με Παρθένε διόρθωσον.

Και νϋν και αεί και εις τούς αιώνας των αιώνων. ’Αμήν.
Αγάλλονται, Παναγία Δέσποινα, επί σοί αί των ’Αγγέλων χορείαν καί στρατιαί, των δαιμόνων σοβοϋνται, ναρκωμανεΐς καπνισταί τε καί μέθυσον άπέχουσι των βλαβερών καί γάρ ρώσιν κατ’ άμφω λαμβάνουσιν.

Αμέτοχον, τής ψυχοφθόρου με δεΐξον ναρκωμανίας, τής κραιπάλης τής βλαβεράς, τής μέθης τε, τής λήθης τε, καπνίσματος πάθους τε ψυχοφθόρου.

΄Αχραντε, ή διά λόγου τον Λόγον άνερμηνεύτως,  έπ’ εσχάτων τών ημερών τεκοΰσα, δυσώπησον, ώς έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Ό ίερεύς μνημονεύει.
Μεθ’ ό. Κάθισμα.

΄Ηχος β'. Προστασία τών Χριστιανών...

Θεραπείαν την ολοσχερή έπανεύρηκεν, ό προστρέξας ίκετευτικώς τή είκόνι σου, Παναγία έν στεναγμοΐς δεήσεως οίκτράς· είπών σώσον με έκ χαλεπής, καί ψυχολέθρου αρπαγής, έκ δεσμών τών τής μέθης τε. Στέφανον ώς ταχέως, ίάτρευσας Θεοτόκε, κάμοί παράσχου τά καλά, ώς Άκένωτον Ποτήριον.


Εΐτα το Α' Άντίφωνον τών ’Αναβαθμών τοϋ δ' ’Ήχου.
Εκ νεότητάς μου, πολλά πολεμεϊ με πάθη· άλλ’ αύτος άντιλαβοϋ, καί σώσον, Σωτήρ μου. (δΐς)

Oi μισοΰντες Σιών, αίσχύνθητε από τοΰ Κυρίου ώς χόρτος γάρ, πυρί εσεσθε άπεξηραμμένοι.(δίς)

Δόξα Πατρί και Υίω και Άγίω Πνεύματι-
Αγίω Πνεύματι, πάσα ψυχή ζωοΰται, και καθάρσει, ύψοΰται, λαμπρύνεται, τή Τριαδική μονάδι, ιεροκρυφίως.

Καί νΰν καί άεί καί είς τούς αιώνας των αιώνων. ’Αμήν.
Αγίω Πνεύματι, άναβλύζει τά τής χάριτος ρεΐθρα, άρδεύοντα, άπασαν την κτίσιν, προς ζωογονίαν.


Και ευθύς το Προκείμενον.
Μνησθήσομαι τοΰ ονόματος σου εν πάση γενεά καί γενεά, (δίς)
Στίχ. Άκουσον, Θύγατερ, καί ϊδε, καί κλϊνον τό ους σου, καί έπιλάθου τοΰ λαού σου, καί τοΰ οίκου τοΰ πατρός σου καί επιθυμήσει ό Βασιλεύς τοΰ κάλλους σου.
Μνησθήσομαι τοΰ ονόματος σου έν πάση γενεά καί γενεά.

Εΐτα έκ τοΰ κατά Αουκάν αγίου Ευαγγελίου, τό ’Ανάγνωσμα.(Κεφ. α΄ 39-49, 56).

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριάμ, ἐπορεύθη μετὰ σπουδῆς εἰς την Ὀρεινήν, εἰς πόλιν Ἰούδα καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. Καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς. Καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. Καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρί μου· ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ. Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί· ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυνατός καὶ ἅγιον τὸ ὄνομά Αὐτοῦ. Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ, ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.

Δόξα.
Πάτερ, Λόγε, Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ἐν Μονάδι, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.


Στ. Ἐλέησόν  με,  ὁ Θεός…
Προσόμοιον.

Ἦχος  πλ. β΄. Ὅλην  ἀποθέμενοι.

Μέθης εις παράπτωμα, τό χαλεπόν και κρημνώδες, έμπεσών ό Στέφανος, εύλαβώς προσέδραμε, τη είκόνι σου τή σεπτή ’Άχραντε, προσφυώς κληθείση, τό Άκένωτον Ποτήριον· αϊτών την ϊασιν, έκ πολυχρονίου φαυλότητος· καί ταύτην ώς ηύδόκησας, παρά σοϋ έν χάριτι έλαβεν. "Οθεν έκ τής μέθης, έκ χρήσεως δεινής ναρκωτικών, καί έκ φθοράς τοϋ καπνίσματος, ήμάς άπεξάρτησον.


Ό Ίερεύς- Σώσον ό Θεός...

’Ωδή ζ'. Oi έκ τής Ίουδαίας...

Γεωργήσας τα χείρω, έκ κραιπάλης καί μέθης καί τοΰ καπνίσματος, έθέρισα ό τάλας, άκάνθας καί τριβόλους, έκ χερσώδους καρδίας μου νΰν δε προστρέχω πρός Σέ, 'Αγνή έν μεταγνώσει.

΄Ιατρεϊον έδείχθη, συμπαθούς θεραπείας εϊκών ή  θεία σου, Παρθένε Θεοτόκε, άνάργυρον την ρώσιν, τοϊς νοσοΰσι παρέχουσα Ζωής Ποτήριον γάρ, άκένωτον ύπάρχεις.

Ατενίσαι εις ύψος, ούρανίων βαθμιδών ουδόλως δύναμαι, αιχμάλωτος εϊμί γάρ, δεσμοΐς τής άσωτείας, καί καπνού έκ τής χρήσεως, ναρκωτικών τε πικρών, εξ ών με ρύου Κόρη.

Δόξα Πατρί και Υίώ και Αγίω Πνεΰματι.
Σήν άκένωτον χάριν, Ποτηριού τοΰ θείου Παρθένε ’Άχραντε, έν ΰμνοις εκθειάζω, και πόθω σοι κραυγάζω, έκ τής μέθης με λύτρωσαν άπό καπνού βλαβερού, έκ νάρκης τε αίσχίστης.

Καί νΰν καί άεί καί εις τούς αιώνας των αιώνων. ’Αμήν.
Εν νυκτί καί ημέρα, έν άνάγκαις καί λύπαις καί περιστάσεσι, Μαρία Θεοτόκε, προς Σε άμεταθέτως, την έλπίδα μου τίθημν συ γάρ Ποτήριον εί, Ζωής τής άκενώτου.


’Ωδή η'. Τον Βασιλέα...
Βυθώ πταισμάτων, καί τή ίλύϊ τής μέθης, έμπεσών έκ δεινής άμελείας, σοι τή Θεοτόκω, βοώ άνόρθωσόν με.

΄Ωσπερ φορτίον, βαρυαλγές περιφέρω, τοΰ κανπνίσματος καί μέθης τήν νάρκην, σε ουν Παναγία, πιστώς έπικαλούμαι.

Ισχύς μου πάσα, καί ΰμνησίς μου ύπάρχεις, Θεοτόκε διό σοι προστρέχων, πίστει ικετεύω, παθών άπάλλαξόν με.

Δόξα Πατρι και Υίώ και Άγίω Πνεύματι.
Στεφάνω πάλαι, τω πωρωθέντι έκ μέθης, Παναγία ίάσω εύσπλάγχνως, ώσπερ ούν έκείνω, κάμοί την ρώσιν δίδου.

Καί νΰν καί άεί καί εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ιλέω βλέψον, καί συμπαθεί όμματί σου, επ’ εμέ Θεοτόκε Παρθένε, τω έν άσελγείαις, παθών κατακειμένω.


Ώδή θ΄.Κυρίως Θεοτόκον...
Λακρύων μου καί θρήνων, μη άποποιήσης, ώ Παναγία Παρθένε, ροάς τάς πυκνάς, άλλα πταισμάτων μοι δίδου, λύσιν σωτήριον.

Ως άσωτος εις χώραν, έφθασα τής μέθης, ναρκωμανείας είς πάθη, πεσών χαλεπά, ώ Παναγία μου κράζων, συ με έπίστρεψον.

Ρυπώσαν έκ τής μέθης, έχω την καρδίαν, καί ό  χιτών μου ό έσω, έχράνθη κακώς, σε την Άμόλυντον Κόρη, έχω προσφύγιον.

Δόξα Πατρι καί Υίώ καί 'Αγίω Πνεύματι.
Ακράτεια καί μέθη, κάπνισμα ώσαύτως, ναρκωτικών τε ή χρήσις, ώς άγριος θήρ, περικυκλοΰσι με ώνπερ, ρϋσαι με Δέσποινα.

Καί νΰν και άεί καί είς τούς αιώνας των αιώνων. ’Αμήν.
Σαρκός μου αί ορέξεις, κάπνισμα καί μέθη, ναρκωτικών τε ή χρήσις, πολέμου το πυρ, έμοί άεί έμποιοϋσι, σώσον με πάναγνε.

Και εύθύς, τό·
Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Και τα έπόμενα Μεγαλυνάρια. τΩν ή άκροστιχίς:
«Χαΐρε Αγνή».

Χαίροις πανακήρατε Μαριάμ, άνθος τής αγνείας Παρθενίας ή απαρχή, χαίροις εύφροσύνης ή θεία ώραιότης· ζωής τής άκενώτου, πλήρες ποτήριον.

Αμασιν αίνέσωμεν οί πιστοί, την τοΰ Ακενώτου Ποτηριού χρυσήν Πηγήν, Πάναγνον Μαρίαν Θεού ημών Μητέρα· τής θείας άπαθείας, ρεΐθρον γλυκύρροον.

΄Ίδε μου την θλίψιν την ψυχικήν, βλέψον μοι τώ * όντι εν τή χρήσει ναρκωτικών, τώ περιπεσόντι καπνίσματος τώ πάθει Αγνή καί δός μοι νήψιν, καί τήν έγρήγορσιν.

Ρύπον έμπαθείας ναρκωτικών, μέθης τε την ζάλην και καπνίσματος τον ατμόν, πλϋνον μοι Παρθένε πρεσβείαις μητρικαΐς σου  καρδίαν καθαρόν μοι, έγκαινιάζουσα.

΄Ομματα καρδίας μου νϋν προς σέ, αίρω Παναγία έκζητών σου τον ίλασμόν, καί τοϋ σοϋ ελέους τά νάματα τα θεία Ποτήριον ύπάρχεις, συ γάρ άκένωτον.

΄Ιλαθι τώ δούλω σου Μαριάμ, λϋσον τά δεσμά μου  τής φαυλότητος τής οίκτράς, κάπνισμα καί μέθην ναρκωτικών τε χρήσιν καί δός μοι μετάνοιας, γνήσια δάκρυα.

Σκεϋος αμαρτίας είμί εγώ, οίκος απώλειας καί ένέχυρον τής φθοράς, οργανον τής μέθης, είκών τής άπρεπείας· διό έλέησόν με, κράζω σοι Δέσποινα.

΄Αναγνος καί άφρων είμί έγώ, μέθης τε εργάτης τοΰ καπνίσματος εραστής, τών ναρκωτικών τε αιχμάλωτος ό τάλας· διό σοι τή Πανάγνω, Κόρη κατέφυγον.

Γύμνωσιν ή Εΰα καί ό Άδάμ, είδον ότε ξύλου έδοκίμασαν τήν τροφήν, αύθις εγώ μέθης τον δόλον δοκιμάσας· Θεού άπεγυμνώθην, Δέσποινα σώσον με.

Νάματα ακένωτα τής ζωής, βλύζεις Θεοτόκε τοΐς προστρέχουσιν επί σέ, κάπνισμα καί μέθην ναρκωτικά τε λύεις· Ποτήριον χαρίτων, πλήρες ύπάρχουσα.

΄Ηρα μου εν πίστει τούς οφθαλμούς, σοι τή Θεοτόκω ό τή μέθη καί τώ καπνώ, δέσμιος ύπάρχων ναρκωτικών τε χρήστης· βοών άνόρθωσόν με, πάλιν καί σώσόν με.

Πάσαι των ’Αγγέλων αί στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, ’Αποστόλων ή δωδεκάς, οι άγιοι Πάντες μετά τής Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, είς τό σωθήναι ημάς.


Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί...

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Άπολυτίκιον.
Ήχος α'. Τής έρημου πολίτης...
Αθγαθότητος έχεις, Παναγία τό πλήρωμα, πάσι εύχερώς δωρουμένη, τό σόν πλούσιον έλεος καπνίσματος καί μέθης την φθοράν, και χρήσιν ουσιών ναρκωτικών, καταπαύεις και άπάθειαν χορηγείς, τοΐς πίστει μελωδοΰσι σοι. Χαίροις άπηλπισμένων ή ελπίς, χαίροις πηγή χρηστότητος· χαίροις τών ζωηφόρων δωρεών, Ποτήριον Άκένωτον.


’Εκτενής και Άπόλυσις.
Προ δέ τού δι’ ευχών.
Τα ’Ακόλουθα.

΄Ηχος β'. "Οτε έκ τοΰ Ξύλου...

Χαίροις Θεοτόκε Μαριάμ, πλήρωμα ζωής αιωνίου, τοΰ παραδείσου τρυφή, ή τής άγαθότητος, πηγή άστείρευτος· τής άγάπης ή άβυσσος, έλπίδος ό πλούτος, πίστεως βεβαίωσις, και έπισφράγησις. Χαίροις δωρεών το ταμεϊον, τής επαγγελίας ή χάρις, τής χαράς Άκένωτον Ποτήριον.

Λήθης έκ δεινής ναρκωτικών, μέθης εξ άθλιας ώσαύτως, έκ ψυχοφθόρων παθών, καί έκ τού καπνίσματος, ήμάς άπάλλαξον Παναγία τούς σέβοντας, εικόνα σου θείαν, νάματα βλυστάνουσαν, έν άγαθότητι. Συ γάρ δωρεών ουρανίων, άφθαρτον ύπάρχεις ταμεϊον, καί ζωής Ποτήριον Άκένωτον.

Ρώσιν έκ τής μέθης συμπαθώς, έδωκας Στεφάνω Παρθένε, τώ πωρωθέντι δεινώς, πίστει έκζητήσαντι, τήν σήν άντίληψιν καί γάρ έχεις τό δύνασθαι, σεμνή Παναγία, ϊσον τή θελήσει σου, ένί έκάστοτε. Οΰτω καί ήμάς έκ τής μέθης, έκ ναρκωτικών τε τού πάθους, καί έκ τού καπνίσματος άπάλλαξον.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δι’ ευχών τών 'Αγίων Πατέρων ημών.
Κύριε Ίησοΰ Χριστέ ό Θεός ημών έλέησον ημάς.
’Αμήν.

ΔΙΣΤΙΧΑ ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΑ.

Τής δυναστείας των παθών 'Αγνή άπάλλαξον με,
βοά σοι παρακλήσεσιν ή πένης Ίσιδώρα
και δίδου μοι σής χάριτος τα νάματα τά θεία,
Ποτήριον Ακένωτον υπάρχεις τής ζωής γάρ,
διο και μεγαλύνομεν τήν δόξαν σου έν ΰμνοις,
και τον τεχθέντα άπό σοϋ Θεόν δοξολογοϋμεν,
νϋν καί άεί καί εις σειράς αιώνων άπεράντων.

ΑΜΗΝ

_________________
Η Δύναμη του Κυρίου μας Ημών Ιησού Χριστού και όλων των Αγίων ας είναι μαζί μας Πάντοτε!!!!
Επιστροφή στην κορυφή
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης