Τα Μνημόσυνα Ωφελούν

Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Ζώντος και Αληθινού Θεού Ελέησον με τον Αμαρτωλό Υπεραγία Θεοτόκε Σώσον Ημάς.

Ωφελεί δε και Υπέρ Αυτών η Ευχή. 

 

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, θα μάθεις πώς θα μπορείς να ωφελήσης και πόσο τους προσφιλείς σου ανθρώπους, που βρίσκονται πέραν του τάφου.
Άρχιμ,. ΧΑΡΑΛ. Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Προηγούμενος Ί. Μ. Άσωμάτων Πετράκη Μάρτιος 1976.

                   

  ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ ΩΦΕΛΟΥΝ

Κεφάλαιο Α’

1. Η Εκκλησία δια τα μνημόσυνα.

Ό άνθρωπος, όταν πεθαίνη, κρίνεται άπο τον θεόν. Τελειώνει ή πώ πέρα πρόοδος του άνθρώπου εις τό άγαθόν ή είς τό κακόν, στην άρετή ή στην κακία άπο πλευράς ίδικής τσυ. Σύμφωνα δέ με την όλη ηθική του κατάστασι κατά την στιγμήν του θανάτου, άποφασίζεται ή οριστική τύχη του είς τήν αιωνιότητα.
Ή ηθική κατάστασις τού άνθρώπου, άπο τήν οποία ν κρέμεται ό μελλοντικός κλήρος του, είναι τό όλικόν πόρισμα των πράξεων και των νοημάτων του. Τήν ηθικήν δέ αύτήν κατάστασιν τού άνθρώπου τήν προσδιορίζει ή σχέσις του πού είχε πρός τήν έν Χριστώ άπολύτρωσιν. έάν δηλ. ό άνθρωπος δέχθηκε και ιδιοποιήθηκε τό έργον τής σωτηρίας, πού μας έφερεν ό Χριστός ή τό άπέκρουσε και περιφρόνησε τήν προσφερθείσαν χάριν ή την δέχθηκε μέν, άλλά έξέπεσε άπο αύτήν.
’Έτσι μέ την μερική αύτή και του καθ’ ενός κρίσιν χωρίζονται οσοι πεθαίνουν είς τούς δικαίους και σεσωμένους τούς είς τούς ουρανούς και είς τούς άμαρτωλούς καταδίκους, τούς είς τον ‘Άδην.
Ή Εύφροσύνη ή ή όδύνη τού εύρισκομένου είς την μέσην κατάστασιν είναι διάφορος διά τον καθένα. Είναι άνάλογος πρός την ήθικήν ποιότητα τού καθενός. θά είναι ποινή ή αμοιβή.
Καίτοι όμως ή τύχη έκείνων πού πεθαίνουν κρίνεται οριστικά, έν τούτοις οι ψυχές δεν άπολαμβάνουν άκόμη τό τέλειο μέτρο τής αμοιβής ή τής οδύνης μέχρι τής γενικής Κρίσεως. Τότε θά ενωθούν μέ τά σώματα, πού θά άναστηθουν και θά έπιτύχουν τήν τελείαν μακαριότητα ή τήν τελείαν τιμωρίαν. «Και οΰτοι π ά ν τ ε ς, λέγει ή ‘Αγ. Γραφή, μαρτυρηθέντες διά τής πίστεως, ου κ έκομί- σαντο τήν επαγγελίαν, τού θεού κρείττόν τι περί ημών προβλεψαμένου, ϊνα μή χωρίς ημών τελείωθώσι». (Έβρ. 39-40).
Αύτή είναι ή διδασκαλία τής Εκκλησίας περί τής μερικής κρίσεως. Τήν διετύπωσε ή Σύνοδος τής ‘Ιερουσαλήμ τό 1672 ώς εξής: «Πιστεύομεν τάς των κεκοιμημένων ψυχάς είναι ή έν άνέσει ή έν όδύνη… καθ’ οτι έκαστος επραξεν*.
Έκτος όμως των “Αγίων και των άσεβών κακούργων, ύπάρχουν και πολλοί άμαρτωλοί, οι όποιοι μετενόησαν μέν, όταν ζούσαν, χωρίς όμως νά καθαρισθοϋν τελείως, οΰτε έπέζησαν, για νά δείξουν καρπούς άξίους της μετανοίας. Αυτοί, πού φυσικά δέν μπορούν νά είσέλθουν στην αιώνιο ζωή, γιά τις άμαρτωλές αύτές κηλίδες τους, άπέρχονται είς τόν ‘Άδην.
Έκεϊ ύπομένουν ποινές, γιά τά άμαρτήματα, πού διέπραξαν. Είναι όμως δυνατόν νά τούς άνακουφίση και έλευθερώση ό εύσπλαχνος θεός. Πώς όμως; Ιδού:
Ή Εκκλησία ανέκαθεν έπρέσβευε τήν απαλλαγήν αύτών από τά δεινά του ‘Άδου. Μιά άπαλλαγή, πού θά μπορή νά γίνη χρονικά κατά τήν απροσδιόριστον ώς πρός τό μήκος χρονικήν περίοδον τής «Μέσης καταστάσεως», μεταξύ δηλ. του θανάτου ενός έκάστου και τής Παγκοσμίου Κρίσεως. Και θά μπορούσε νά γίνη τούτο μέ εύσεβή εργα, μέ τις δεήσεις τής Εκκλησίας και μέ τήν προσφοράν γι’ αύτούς τής άναιμάκτου θυσίας του Κυρίου, δηλαδή τής θ. Λειτουργίας, πού γίνεται στο Μνημόσυνο.
Μέ αύτά ζητεί μέν ή Εκκλησία τήν θείαν εύσπλαχνίαν γιά κείνους, πού μετενόησαν ήμιτελώς, άλλά μόνον ό θεός καϊ απαλλάσσει και γνωρίζει αύτούς, πού άπαλλάσσονται άπο τις ποινές καϊ άπο τις κηλίδες τής άμαρτίας.
Ή  Όμολογία του Πατριάρχου ‘ϊεροσολύμων Δοσιθέου γράφει τά εξής σχετικά μέ τά Μνημόσυνα:
«Τούς δε συμφθαρεντας Θανασίμοις πλημμελήμασι καί μή έν άπογνώσει άποδημήσαντας, άλλά μετανόησαντας μέν, έτι περιόντας έν τω μετά σώματος βίω (οταν ζούσαν)μή ποιήσαντας δέ ούδότιουν καρπόν μετανοίας…. αυτών τάς ψυχάς άπέρχεσθαι είς τον ‘Αδην καί ύπομένειν τήν, ένεκα ών ειργάσαντο αμαρτημάτων, ποινήν, είναι δέ έν συναισθήσει της έκείθεν απαλλαγής, ελευθεροΰσθα,ι, δέ υπο τής άκρας άγαθοτητος διά τής δεήσεως των ιερέων και εύποιϊών, ά των άποιχομένων (άπελθόντων) ενεκα οί έκάστου συγγενείς έπιτελοΰσι.
Μεγάλα δυναμένης, μάλιστα, τής άναιμάκτου Θυσίας, ήν ιδίως υπέρ των κεκοιμημένων συγγενών έκαστος, και κοινώς υπέρ πάντων ή Καθολική και Άποστολική οσημέραι ποιεί Εκκλησία. Έννοουμένου μέν τοι και τούτου: του μή ειδέναι ημάς δηλαδή τον καιρόν τής άπαλλαγής. Οτι γάρ γίνεται ελευθερία των τοιούτων άπο τών δεινών και προ τής κοινής άναστάσεως τε και Κρίσεως οΐδαμεν και πιστεύομεν, πότε δέ, άγνοούμεν».
Μέ άλλα λόγια: Εκείνοι, πού επεσαν σε θανάσιμα άμαρτήματα και δεν πέθαναν στην άπόγνωσι, άλλά μετενόησαν μέν, όταν ζοϋσαν, δεν έκαμαν όμως έκεϊνον τον καρπόν της μετανοίας, πού επρεπε (νά χύσουν δηλ. δάκρυα, νά γονατίζουν προσευχόμενοι, νά θλίβουν, ν’ άνακουφίζουν πτωχούς, νά δείξουν έμπράκτως τήν άγάπην πρός τον θεόν και τό διπλανό τους), αύτών λοιπόν άπήλθον οι ψυχές είς τον ‘Άδην και ύπομένουν τήν ποινήν γιά τά αμαρτήματα, πού έπραξαν.
Είναι βεβαίως σέ συναίσθησιν τής άπαλλαγής των άπο εκεί, άλλά θά έλευθερωθοϋν άπο τήν άκραν άγαθοτητα του θεού, μέ τις δεήσεις τών ιερέων και τις ευεργεσίες, πού κάνουν οι συγγενείς έκάστου, γιά τούς άπελθόντας. Μεγάλα, μάλιστα, μπορεϊ νά ώφελήση ή άναίμακτος θυσία, τήν όποίαν τελούν οι συγγενείς γιά τούς κεκοιμιμένους των και ή Εκκλησία γιά όλους μαζί. Ημείς, βεβαίως, δέν γνωρίζομεν τον καιρόν τής άπαλλαγής. “Οτι όμως τούς γίνεται ελευθερία από τά δεινά και προ τής κοινής Άναστάσεως και Κρίσεως, τό γνωρίζομεν και τό πιστεύομεν. Πότε όμως, τό άγνοουμεν.

Ή Όμολογία τού Μητροφάνους Πατριάρχου Αλεξάνδρειάς θεωρείται ώς ομολογία τής ‘Αγίας μας Εκκλησίας. Αϊ! λοιπόν, στο κεφάλαιον 20 «Περί τού εΰχεσθαι ύπέρ τών κεκοιμημένων» άναφέρει τά εξής:
«Εύχόμεθα ούν υπέρ τών άποιχαμένων (άπελθόντων) ονομαστί…».
Επίσης λέγει:
«Ευχάς καί ικεσίας υπέρ εκείνων άναπέμπειν, τω τών όλων θεω, ινα δυοίν θ0άτερον, ή γάρ τών κατεχόντων άνιαρών τούτους έν τάχει άπαλλάξη, ή γουν άνεσίν τινα και παραμυθίαν τούτοις έν φυλακή θεόθεν παραπέμψη».

Καί ή Όμολογία του Πέτρου Μογίλα,λέγει:
«Υστερα άπο τον θάνατον ή ψυχή δεν είμπορεί νά έλευθερωθη ή νά μετανοήση καί νά κάμη τίποτες εργον, οπού· νά λυτρωθη άπο των δεσμών του ‘Αδου, μονον αί θείαι Λειτουργίας αί προσευχαί καί αί ελεημοσύναι, οπου γίνονται δι’ αυτήν άπο τούς ζώντας, εκείνα· τήν ώφελοΰσι πολλότατα, καί άπο τά δεσμά τού Αδου τήν έλευθεροΰσι».

Ό ΙΔ’ Κανών των ‘Αγ. Αποστόλων διατάσσει τά έξης:
«Έπιτελείσθω τοίς κεκοιμημένοις τρίτα διά τον Αναστάντα τριήμερον καί ένατα είς ύπόμνησιν τών περιόντων (τών ζώντων) καί τών κεκοιμημένων καί τεσσαράκοντα, καθώς καί ο Ιουδαϊκός λαός έπένθησε Μωύσήν, καί ένιαύσια εκ τών υπαρχόντων αύτοίς διδόσθω είς άνάμνησιν αυτών. Ασεβή δέ, ούδ’ ο κόσμος όλος όνήσει δοθείς υπέρ αυτού» (Τόν άσεβή
ομως δεν θα τον ωφελήση ουτε εάν δοθή γιαύτόν ο κόσμος ολος).
Αύτή είναι ή διδασκαλία τής Εκκλησίας διά τά Μνημόσυνα. Είς τούς εύσεβεϊς, τούς ήμιτελώς μετανσήσαντας, φέρουν ωφέλειαν. Είς τούς άσεβεϊς όμως καί πεπωρωμένους όχι. Έκτος όμως τής διδασκαλίας τής Εκκλησίας, διά τά Μνημόσυνα όμιλεί και ή πραξις τής Εκκλησίας.

Ή ‘Αγία μας Εκκλησία τελούσε άνέκαθεν Μνημόσυνα και προσευχόταν διά τούς κεκοιμημένους. Έάν δέν θά έφερναν ωφέλειαν, δέν θά τά τελούσε καί δέν θά έδέετο ύπέρ τών άπελθοντων. Τήν δείχνουν τήν πραξιν αύτήν τής Εκκλησίας τά εξής:

α) 0ι ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ
‘Όλες οι θ. Λειτουργίες έχουν, εύχές ύπέρ των κεκοιμημένων.
Ή Λειτουργία του Εύαγγελιστόύ Μάρκου γράφει:
«Καί, πάντων, τάς ψυχάς, άνάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεος ημών, έν ταίς τών Άγιων Σου σκηναΐς, έν τη Βασιλεία Σου, χαριζομενος αύτοΐς και τάς επαγγελίας Σου, τά άνεκλάλητα άγαθά, ά οφθαλμος ούκ οίδε, και έπι καρδίαν ανθρώπου ούκ άνέβη, ά ήτοΐμασας ο Θεος, τοίς άγαπώσι το ονομά Σου το “Άγιον. Αύτος μέν ούν τάς ψυχάς άνάπαυσον, Κύριε και Βασιλείας Ούρανών άξίωσον».
Έδώ, ό Εύαγγελιστής Μάρκος φαίνεται καθαρά ότι προσεύχεται γιά όλους. «Πάντων τάς ψυχάς άνάπαυσον». Ασφαλώς δέν ή σαν και όλοι “Αγιοι αύτοί.
Και στή Λειτουργία του Ίακώβου, του Άδελφοθέου γράφεται:
((Μνήσθητι Κύριε ό Θεος, τών πνευμάτων και πάσης σαρκός, ών έμνήσθημεν καί ών ούκ έμνήσθημεν Όρθοδόξων. Έκεί αυτούς άνάπαυσον, έν χώρα ζώντων έν τή Βασιλεία Σου, έν τη τρυφή του Παραδείσου, έν τοίς κόλποις Αβραάμ, Ισαάκ καί Ιακώβ, τών Πατέρων ημών, ενθα άπέδρα οδύνη, καί στεναγμός, ένθα έπισκοπεί το φώς του προσώπου Σου καί καταλάμπει διά παντός… Δός γενέσθαι τήν προσφοράν ημών εύπρόσδεκτον, ηγιασμένης έν Πνεύματι ‘Αγίω, είς εξιλασμόν (συγχώρησιν) τών ήμετέρων πλημμελημάτων καί τών του λαοϋ άγνοημάτων, καί είς άνάπαυσιν τών προκεκοιμημένων
ψυχών».
Στη Λειτουργία του ‘Αγίου Κλήμεντος, πού ήταν μαθητής του Αποστόλου Πέτρου, διαβάζουμε:
«’Έτι προσφέρομέν Σοι (τήν άναίμακτον Θυσίαν) καί υπέρ πάντων τών άπ’ αίώνος Σοι ευάρεστησάντων ‘Αγίων, Πατριαρχών, Προφητών, Δικαίων, “Αποστόλων, Μαρτύρων, ‘Ομολογηττών, Επισκόπων, Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Υποδιακόνων, Αναγνωστών, Ψαλτών, Παρθένων, λαϊκών καί πάντων ών αύτος έπίστασαι (τών οποίων Σύ γνωρίζεις) τά ονόματα».

‘Όπως, λοιπόν, φαίνεται άπο τάς Λειτουργίας άνέκαθεν ή Εκκλησία προσευχόταν ύπέρ τών κεκοιμημένων. Πάντοτε ό
Ίερεύς μετά τον άγιασμόν τών Τίμιων Δώρων εύχόταν:
«Μνήσθητι, (θυμήσου) πάντων τών κεκοιμημένων επ’ έλπίδι άναστάσεως ζωής αιωνίου καί άνάπαυσον αυτούς ο Θεος, οπου επισκοπεί τα φως του προσώπου Σου».
Κατά δέ τήν γενέθλιαν ήμέραν της, τήν Πεντηκοστήν, ή Εκκλησία εύχεται γιά όλα τά τέκνα της, λέγουσα:
«Έπάκουσον ημών δεόμενων σου, καί άνάπαυσον τάς ψυχάς τών δούλων σου, τών προκεκοψημένων πατέρων καί άδελφών ημών, καί λοιπών συγγενών κατά σάρκα καί πάντων τών οικείων τής πίστεως, περί ών τήν μνήμην ποιουμεν νυν… Ό καί έν ταύτη τή παντελείω εορτή καί σωτηριώδει, ίλασμούς μέν ίκεσίους, ύπέρ τών κατεχομένων έν Άδη, καταξιώσας δέχεσθαι, μεγάλας δέ παρέχων ήμίν έλπίδας, άνεσιν τοίς κατεχομένοις τών κατεχόντων αύτούς άνιαρών, καί παρα ψυχήν παρά Σου καταπέμπεσθαι.
«Έπάκουσον ημών τών ταπεινών καί οικτρών δεόμενων σου καί άνάπαυσον τάς ψυχάς τών δούλων σου τών προκεκοιμημένων, έν τοπω φωτεινώ, έν τοπω χλοερώ, έν τοπω άναψύξεως, ένθα άπέδρα πάσα οδύνη, λύπη καί στεναγμός, καί κατάταξον τά πνεύματα αυτών έν σκηναίς Δικαίων.καί ειρήνης καί άνέσεως άξίωσον αύτούς. Ότι ούχ οί νεκροί αινέσουσί σε, Κύριε ουδέ οί έν άδη έξομολογησιν παρρησιάζονται προσφέρειν σοι, άλλ’ ημείς οί ζώντες εύλογοΰμεν Σε, καί ίκετεύοιμεν καί τάς ίλαστηρίους ευχάς καί θυσίας προσάγομέν Σοι υπέρ τών ψυχών αυτών».

Καί είς άλλην εύχήν της Πεντηκοστής εύχεται ή Εκκλησία:
«Δέξαι ούν, Δέσποτα, δεήσεις καί ικεσίας ήμετέρας καί άνάπαυσον πάντας τούς πατέρας έκάστου καί μητέρας καί τέκνα καί αδελφούς καί άδελφάς καί εΐ τι άλλο ομογενές καί ομόφυλον, καί πάσας τάς προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι άναστάσεως ζωής αιωνίου· Καί κατάταξον τά πνεύματα αύτών, καί τά ονόματα εν ζωής βίβλω, έν κόλποι ς Αβραάμ, Ισαάκ καί Ιακώβ, εν Παραδείσω τρυφής, διά τών φωτεινών Αγγέλων σου, είσάγων άπαντας είς τάς άγιας σου μονάς (κατοικίας) ».

β) ΤΑ ΔΙΠΤΥΧΑ
Οί προσευχές για τούς κεκοιμημένους είναι Άποστολική Παράδοσις και φαίνεται άπο τά Δίπτυχα της Εκκλησίας. Τά Δίπτυχα τά διεφύλαξαν και όλες οί αιρετικές Εκκλησίες, πού άπεσχίσθησαν άπο τήν “Αγίαν και Όρθόδοξον Εκκλησίαν, ήτοι ή Κοπτική, ή Άβυσσηνιακή, ή Αρμένική, ή Παπική και άλλες.
Τά δίπτυχα είναι δύο μικρές σανίδες ενωμένες, πού κλείνουν και ανοίγουν. Επάνω σ’ αύτές ήσαν γραμμένα τά όνόματα τών Όρθοδόξων. Τά ονόματα αυτά, όπως διατάσσει και ή Ε’ Οικουμενική Σύνοδος, τά έδιάβαζεν ό Διάκονος μετά τον άγιασμόν τών Τίμιων Δώρων, όταν έψάλλετο τό «” Αξιόν Έστί». Παλαιό, τά έλεγεν ό Διάκονος είς έπήκοον πάντων έπ’ άμβωνος. Γι’ αύτό κάποτε ό λαός φώναζε στον Πατριάρχη Ιωάννη τής Κωνσταντινουπόλεως: «Τά Δίπτυχα τω άμβωνι. Τά δίπτυχα άρτι φέρε».
Τά Δίπτυχα ήσαν τριών ειδών: Τών ‘ Αγίων, των ζώντων και τών κεκοηιημένων. Τά Δίπτυχα τών κεκοιμημένων είναι παλαιότατα, όπως φαίνεται στήν θ. Λειτουργία του Εύαγγελιστοϋ Μάρκου. Ώνομάσθηκαν δέ Δίπτυχα άπό τό πτύσσω, πού σημαίνει διπλώνω. Μετά τήν θ. Λειτουργία τά δίπλωναν και τά φυλάγανε οί ιερείς είς τό θειον Αδυτον. Τά φυλάγανε μέ μεγάλη προσοχή.
Από όλα αύτά φαίνεται, οτι ή Εκκλησία ευθύς έξ άρχής προσευχόταν γιά δλους τούς κεκοιμημένους, άνεξαρτήτως άν ήσαν καλοί ή κακοί, έκτος άπό τούς αύτοκτονούντας (τούς μή ψυχοπαθείς) και τούς αιρετικούς. Αύτοι οί δυστυχείς είναι έκτος τής Εκκλησίας, καταδικασμένοι εις Κόλασαν αιώνιον.
γ) ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ
Στήν πράξι τής Εκκλησίας βλέπομε και τά Ψυχοσάββατα. Ή Εκκλησία τελεί κατ’ έτος Μνημόσυνα γενικά, τά λεγάμενα Ψυχοσάββατα. Τά τελεί γιά όλους εκείνους, πού δέν τούς έγιναν μνημόσυνα και στερήθηκαν τήν ωφέλειαν άπο αύτά. Και δεν τούς έγιναν Μνημόσυνα, διότι πέθαναν μακριά σέ ξένη γη, είτε πνίγηκαν σέ θάλασσες, είτε χάθηκαν σέ ερημιές, είτε ήσαν πτωχοί και δέν είχαν κανέναν, πού νά τούς κάνη Μνημόσυνα.
Τό πρώτο Ψυχοσάββατο
Αύτά γίνεται τό Σάββατο προ τών Άπόκρεω. Τό Τριώδιον της Εκκλησίας γράφει τά έξης γι αύτό τό Ψυχοσάββατο :
«Επειδή τινες άωρον πολλάκις επί ξένης υπέστησαν θάνατον έν θάλάσση τε καί άβάτοις όρεσι, κρημνοίς τε καί χάλασμασι, καί λοιμοίς καί λιμοίς καί πολέμους καί έμπρησμοίς καί άλλους παντοίους θανάτους ύπομεμεινηκότες, ϊσως δέ πένητες οντες καί άποροι και τών νενομισμένων ψαλμωδιών καί μνημοσυνών ούκ ετυχον, φιλα,νθρώπως οί θείοι Πατέρες κινούμενοι, κοινώς τούτων μνείαν απάντων τήν καθολικήν Εκκλησίαν ποιείσθαι έθεσπισαν, άπο τών Ιερών Αποστόλων διεδεξάμενοι, ινα καί οί νενομιμένων άνά μέρος διά τίνος συμβάντος μή τετυχηκότες, τη νυν κοινή μνεία κακείνοι περιλαμβάνοιν το δεικνύντες ώς καί τά υπέρ αύτών γινομενα μεγάλην αύτοίς προξενεί τήν ώ φ έ λ ε ι α ν. Καθ’ ενα μέν ούν τρόπον ούτως ή του θεού Εκκλησία μνείαν έπιτελεί τών ψυχών. Δεύτερον δέ, επειδή τήν δευτέραν του Χρίστου Παρουσίαν θείναι τη επαύριον έμέλλον, άρμοζόντως καί τών ψυχών μνημονεύσουσιν».
Είς τό Η’. βιβλίον τών «’Αποοτολικών Διαταγών»· και στο κεφάλαια μβ’. υπάρχει διάταξις «περί του πώς δει και πότε γίνεσθαι τάς τών κοιμηθέντων πιοτών μνείας (Μνημόσυνα)»:
«Έπιτελείσθω λέγει τρίτα τών κεκοιμημένων έν ψαλμοίς καί άναγνώσεσι καί προσευχαΐς διά τον τριών ημερών Έγερθέντα καί ενατα είς ύπέμνησιν τών περιόντων καί τών κεκοιμημένων, καί τεσσαράκοντα κατά τον παλαιον τύπον. Μωσήν γάρ ούτως ο λαος έπένθη σε, καί ένιαύσια ύπέρ μνείας αύτου’. Καί διδοσθω έκ τών υπαρχόντων αύτοϋ πένησιν είς άνάμνησιν αύτου».
Τά Μνημόσυνα, προσθέτει, ώ φ ε λ ο ϋ ν τούς εύσεβεϊς, όχι όμως και τούς ασεβείς, τούς πεπορωμένους.
«Ταΰτα δέ περί ευσεβών λέγομεν, περί γάρ άσεβών, έάν τά του κοσμου δώς πένησιν, ούδέν ονήσεις (ωφελήσεις) αύτόν, ώ γάρ περιοντι έχθρον ήν το Θειον, δηλον οτι καί μεταστάντι. (Σέ οποίον, όταν ήταν ζωντανός, ήταν έχθρικο το Θειον, είναι φανερον οτι θά είναι καί μετά θάνατον). Ου γάρ έστιν αδικία παρ’ Αύ- τώ. Δίκαιος γάρ ο Κύριος καί δικαιοσύνας ήγάπησε’. Καί ιδού άνθρωπος καί το εργον αύτου».
Τό γιατί γίνονται τά Μνημόσυνα φαίνεται καί στα τροπάρια τών ψυχοσοββάτων.
«Τών άπ αιώνος σήμερον νεκρών απάντων κατ’ ονομα μετά πίστεως ζησάντων εύσεβώς μνήμην τελουντες οί πιστοί, τον Σωτήρα καί Κύριον άνυμνήσωμεν, αίτοΰντες έκτενώς τούτους έν ώρα της Κρίσεως απολογίαν άγαΟήν δούναι αύτώ τώ Θεώ ημών, τώ .πάσαν κρίνοντι τήν γην»…
Καϊ άλλο τροπάριον άναφέρει:
«Διο αίτοΰμεν έκτενώς τούς Σούς δούλους ανάπαυσαν έν αύλαίς Σου καί έν κόλποις Αβραάμ, τούς εΐ; Άδ’άμ μέχρι σήμερον λατρεύσα,ντάς σοι καθαρώς πατέρας καί αδελφούς ημών, φίλους ομοΰ καί συγγενείς, άπαντα, άνθρωπον τά του βίου λειτουργήσαντα καλώς… καί άξίωσον τούτους τής Ουρανίου Βασιλείας Σου»,.
Τό ίδιο λέγει και ή αϊτησις, πού γίνεται τό ψυχοσάββατο:
«’Έτι δεόμεθα υπέρ μα,καρίας μνήμης καί αιωνίου άναπαύσεως πάντων τών κεκοιμημένων ευλαβών καί Όρθοδόξων Χριστιανών, βασιλέων, αρχιερέων, ιερέων, ίερομονάχων, ίεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών, πα- τέρων, προπατόρων, πάππων καί προπάππων, έκ τών άπ αρχής καί μέχρι τών εσχάτων καί υπέρ του συγ- χωρηθήναι αύτοΐς παν πλημμέλημα εκούσιον τε καί ακούσιον».
Τό θαΰμα τών κόλλυβων
Μέ τό ψυχοσάββατο σχετίζεται και τό θαύμα των κολλύβων του ‘Αγ. θεοδώρου του Τήρωνος:
Ό Ίουλιανός ό Παραβάτης, όταν έβασίλευε, θέλη σε νά έπαναφέρη τήν είδωλολατρική θρησκεία. Γϊ’ αύτό κατεδίωκε σκληρά τούς πιστούς Χριστιανούς, θέλησε δέ ό άνόητος νά προσκυνούν και τιμούν οί άνθρωποι τά είδωλα καί νά περιφρονούν τον άληθινό θεό.
Ό θεομάχος καί χριστιανοδιώκτης αύτός ύπέβαλλε τούς Χριστιανούς σε φρικτά μαρτύρια. Τούς τρυπούσε τήν κοιλιά, τούς έ’βγαζε τά μάτια, τούς ξερρίζωνε τά νύχια, τούς εκοβε τη γλώσσα. Χρησιμοποιούσε σούβλες, τηγάνια και τούς τηγάνιζε σάν ψάρια. “Αλλά οί άνδρεϊοι Χριστιανοί τά ύπέμειναν μέ γενναιότητα ατράνταχτη. Έγνώριζε όμως ό άθλιος, δτι οί Χριστιανοί κατά τήν πρώτη ν εβδομάδα τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής εξαγνίζονται μέ τή νηστεία, τήν προσευχή καί τις Ακολουθίες. Έκάλεσε, λοιπόν, τον “Έπαρχο τής Κων)πόλεως καί τού είπε:
— Επειδή μεταχειρίσθηκα πολλούς τρόπους καί δέν κατώρθωσα νά πείσω τούς Χριστιανούς νά θυσιάσουν στά είδωλα καί νά φανε είδωλόθυτα κρέατα από τάς θυσίας, θά τούς άναγκάσω μέ άλλον τρόπον νά φανε άπό αύτά, θέλοντας καί μη.
Οί Χριστιανοί έ’χουν αύστηρή νηστεία δλη τήν εβδομάδα αύτή μέχρι τό Σάββατο. Διατάσσω, λοιπόν, νά σηκωθούν δλα τά τρόφιμα άπό τήν άγορά καί νά μήν ύ- πάρχη τίποτε σ’ αύτήν, έκτος άπό εκείνα τά τρόφιμα καί τά ποτά, πού θά δώσω εγώ καί τά οποία θά είναι ραντισμένα μέ τό αίμα τών θυσιών μας. Κατ’ αύτόν τον τρόπον θά άγοράσουν όλοι τους άπό αύτά και άναγκαστικά θά φάνε άπό τά είδωλόθυτα. ’Άν δέ δέν θελήσυυν νά φάνε άπό αύτά, θά πεθάνουν άπό τήν πείνα.
— Τώρα, είπε ό κόλακας έκεϊνος “Έπαρχος, καταλαβαίνω, οτι ή καρδιά τού βασιλέως είναι οηά χέρια τών θεών.
Τό σατανικό αύτό σχέδιο τό έθεσαν είς εφαρμογήν. Άποσύρανε, λοιπόν, άπό τήν άγορά δλα τά τρόφιμα και τά ποτά. Πωλούσαν έκεϊ μόνον τά μεμιασμένα, τά ραντισμένα δηλαδή μέ τό αίμα τών θυσιών.
Και αύτά μέν έκαμεν ό Τουλιανός, ό θεός δμως φρόντισε νά προφυλάξη τούς ευσεβείς πιστούς του. “Έστειλε πρός τούτο τόν “Αγιο Θεόδωρο και παρουσιάσθηκε στόν Πατριάρχη, φανερά, όχι σέ όνειρο και τού είπε:
—Σήκω γρήγορα και συγκέντρωσε όλους τούς πιστούς Πές τους νά μήν άγοράση κανείς άπό τά τρόφιμα, πού πωλούν στήν άγορά ραντισμένα μέ αίμα άπό τις θυσίες τους.
— Και πως, Κύριέ μου, μπορεϊ νά προφυλαχθούν. Οι πλούσιοι, ίσως μπορέσουν, διότι έχουν παρακαταθήκη τροφίμων. Οι πτωχοί δμως πού δέν έχουν ουτε μιας ημέρας τρόφιμα, τί θά φάνε;
— Κόλλυβα θά φάνε. Τού άπήντησε ό Μάρτυς. Σιτάρι βρασμένα. Νά βράσης σιτάρι και νά τό μόιράσης στους Χριστιανούς νά φανε. Στήν Πατρίδα μου τά Εύ- χάϊτα αύτό τό βρασμένο σιτάρι τό λέγομε κόλλυβα.
“Έτσι νά κάμης γιά νά κρατήσης τό ποίμνιό σου άμίαντο και άμόλευτο.
— Και ποιος είσαι σύ, κύριε, τον έρωτά ό Πατριάρχης, πού φροντίζεις, για τήν σωτηρία τη δική μας;
— Έγώ είμαι ό Μάρτυς του Χρίστου Θεόδωρος και μέ έστειλε ό Κύριος νά σάς βοηθήσω στή δύσκολη αυτή στιγμή.
Αμέσως κατόπιν ό Πατριάρχης συγκέντρωσε τον πιστόν λαόν του Χρίστου, τούς φανέρωσε τά διατρέξαν τα λεπτομερώς. Οί Χριστιανοί, άφσυ τά ήκουσαν αύτά, τρώγανε κόλλυβα καί έμειναν τά μολεμένα τρόφιμα τής άγοράς, μέχρις δτου άναγκάσθηκαν νά τά άποσύρουν.
Οί Χριστιανοί άπο τή χαρά τους εύχαρίστησαν τον θεόν καί τον καλλίνικον Μάρτυρα Θεόδωρον.
Τό θαϋμα αύτό τών κολλύβων τό εορτάζει ή άγια μας Εκκλησία τό πρώτο Σάββατο τής Μ. Τεσσαρακοστής, τό λεγόμενον Ψυχοσάββατον. Τότε τελεϊται καί ή μνήμη του ‘Αγ. Θεοδώρου.
‘Όλα τά σπίτια τών Χριστιανών κάμνουν κόλλυβα καί τά πηγαίνουν είς τούς Ναούς, χάριν τών κεκοιμημένων. Τήν ήμέρα αύτή γίνεται έπίσκεψις είς τά κοιμητήρια, δπου προσφέρονται ύπό τών οίκογενιών κόλλυβα. Είς πολλά μέρη γίνεται ύπό τής Εκκλησίας δίσκος μέ κόλλυβα γιά κείνους, πού πέθαναν χωρίς κληρονόμους καί δέν έχουν ποιος νά τούς μνημονεύση, καθώο καί γιά κείνους πού σκοτώθηκαν στον πόλεμο ή χάθηκαν μακρυά στήν ξενιτειά.

Τό δεύτερο ψυχοσάββατο
Τό δεύτερο έτήσιο Μνημόσυνο, γιά τις ψυχές τών κεκοιμημένων ή Εκκλησία τό τελεί έννέα ημέρες μετά τήν Άνάληψι του Χρίστου, ήτοι τό Σάββατον προ τής “Πεντηκοστής.
Τήν ήμερα αυτή ή Εκκλησία ενθυμείται όλους τούς άπό ’Αδάμ εύσεβώς κοιμηθέντας και δέεται ύπέρ αύτών. Ζητεί άπό Χρίστον τόν θεόν, πού άνελήφθη στσύς ούρανούς και κάθησε έν δεξιά τού Πατρός, δπως έν ήμέρα τής Κρίσεως δώσουν καλήν άπολογίαν εις Αύτόν. Νά τούς κατατάξη δέ είς τά δεξιά Του, μέ τούς ‘Αγίους καϊ νά γίνουν άξιοι κληρονόμοι τής Βασιλείας τού θεού.
Ή Εκκλησία, όταν δέεται γιά όλους τούς άπό Αδάμ μέχρι σήμερον κοιμηθέντας, εύχεται δχι μόνον διά τούς Χριστιανούς, —διότι ούδεις Χριστιανός ήταν άπό Άδάμ μέχρι Χριστού— άλλά καϊ γιά κάθε ψυχή, πού εζησε ένάρετα είτε μέ τόν Μωσαϊκόν Νόμον, είτε μέ τόν άγραφον τής συνειδήσεως. Διότι ή σωτηρία, πού χορηγήθηκε διά τού Ιησού Χριστού είς τό άνθρώπινον γένος, έγινε γενική σέ όσους έζησαν ένάρετα.

Και έρωτα ό ‘Ιερ. Χρυσόστομος:
«Διατί γάρ ύπέρ ειρήνης και εύσταθείας τού κοσμου, έκέλευσεν (διέταξεν ο Θεος) εύχεσθαι; Διατι περί πάντων ανθρώπων. Καί’τοι γε ενταύθα έν πάσιν είσιν (και μέσα σέ όλους αύτούς ύπάρχουν) καί λησταί καί τυμβωρύχοι καί κλέπται καί μυρίων κακών γέμοντες, άλλ’ όμως ύπέρ πάντων εύχόμεθα. ’Ίσως γάρ εσται τις αύτών επιστροφή. “Ώσπερ ούν ύπέρ τών ζώντων εύχόμεθα τών ούδέν διαλλαττότων (διαφερόντων).τών νεκρών, ούτως ενεστι (έτσι μπορεί) και υπέρ εκείνων εύχεσθαι».
Τό δεύτερο Μνημόσυνο τών κεκοιμημένων τό εθε σε ή Εκκλησία πολύ κατάλληλα μετά τήν Άνάληψι του Σωτήρος, διότι μέ αύτήν ό Κύριος έπήγε στους κόλπους του Πατρός και έλαβε πασαν έξουσίαν έν ούρανώ και έπϊ γης καϊ έγινε Κύριος ζώντων και νεκρών.
Αύτή λοιπόν είναι ή διδασκαλία της Εκκλησίας περί τών Μνημοσύνων.
“Όλη ή διδασκαλία τής Όρθοδόξου Εκκλησίας στηρίζεται στήν ‘Αγία Γραφή καϊ στήν Ιερά Παράδοσι. Και ή μέν ‘Αγία Γραφή δυνατόν νά όμιλή γι αύτά ρη- τώς ή συνεσκιασμένως. Ή Ιερά δμως Παράδοσις φωτίζει, ερμηνεύει καϊ συμπληρώνει δσα είναι δυσνόητα η συνεσκιασμένα στήν ‘Αγία Γραφή.
Ας δούμε τώρα τι λέγει ή ‘Αγία Γράφη γιά τά Μνημόσυνα.

Κεφάλαιο Β’
Η Αγία Γραφή δια τα Μνημόσυνα.

Επίσης στην Καινή Διαθήκη ό Άπ. Παύλος δέεται γιά τον κοιμηθέντα Όνησιφόρον. Είς τήν πρός Τιμόθεον επιστολήν γράφει τό έξης: «Δώη έλεος ό Κύριος τώ Ό νησιφόρου Οϊκω». (Β. Τιμ. Α’16-18).
Είς δέ τό χωρίον (Α, 16) λέγει: «Άσπάσασθε και τον Όνησίφόρου Οίκον». Διά τον Όνησιφόρον όμως γράφει «Δώη αύτω ό Κύριος εύρεϊν έλεος παρά Κυρίου έν εκείνη τή ημέρα» (Β’ Τιμόθ. Α, 18).
Δέν σας κάμνει όμως έντύπωσιν, δτι ό Άπ. Παύλος διά μέν τον οίκον τού Όνησιφόρου λέγει νά άσπασθούν αύτόν άφ’ ένός καϊ άφ’ έτέρου λέγει άπλώς «Δώση έλεος ό Κύριος». Δέν λέγει όμως καϊ «έν έκείνη τή ήμέρα» όπως άναφέρει διά τον Όνησιφόρον;
Άπό αύτό συμπεραίνομεν, ότι ό Όνησιφόρος είχε πεθάνει. Τό ότι ό Όνησιφόρος ήταν πεθαμένος (ραίνει αί άπό τον άσπασμόγ, πού δίδει ό Άπ. Παύλος όνομαστικώς σέ όλους καϊ στον Όνησιφόρου Οίκον, έκτος τού Ονησιφόρου, τού οποίου άποσιωπά τό όνομα σάν πεθαμένου. Γι αύτό άλλωστε καϊ ό Παύλος λέγεί: Ένέκείνη τη ημέρα». Δηλ. νά γίνη ό θεός ϊλεως στήν ψυχή του έκείνην τήν ήμέραν τής Κρίσεως. Επομένως ό ΠΙαϋλος εύχεται ύπέρ τού κεκσιμημένου Όνησιφόρου. Άλλοιώτικα ό Απόστολος δέν θά έχώριζε τόν Οίκον του Όνησιφόρου άπό τόν ίδιον τόν Όνησιφόρον καϊ νά εύχεται γιά τόν Όνησιφόρσν «έν έκείνη τή ήμερα».
Άπό όλα αύτά βγαίνει τό συμπέρασμα, ότι ύπάρχουν σαφή χωρία τής Άγιας Γραφής, πού άναφέρσνται στα μνημόσυνα. Υπάρχουν χωρία είς τά οποία συνιστάται ή προσευχή ύπέρ τών κεκοιμημένων.

Οί Προτεστάντες λέγουν, οτι δέν τά παραδέχονται,διότι δέν υπάρχουν τάχα χωρία τής Άγιας Γραφής, πού νά ομιλούν ρητώς γιά τά Μνημόσυνα, ήτοι περί δεήσε- ως τών ζώντων ύπέρ τών κεκοιμημένων. Τούς έρωτώ μεν όμως και ημείς: ’Έχόυν αύτοι χωρία τής Αγίας Γραφής, τά οποία ρητώς άπαγορεύουν τις δεήσεις τών ζώντων ύπέρ τών κεκοιμημένων; Ασφαλώς όχι.
‘Έχομεν όμως έμμέσους μαρτυρίας τής Γραφής, οί οποίες είναι ύπέρ τής δεήσεως τών ζώντων διά τούς κοι μηθέντας.
Ναι, λέγουν, άλλά στον πλούσιο, πού παρακαλαϋσε τόν Αβραάμ νά στείλη τόν Λάζαρο στην Κόλασι πρός αύτόν για νά τόν άνακουφίση, ό Αβραάμ του είπε ρητώς, ότι: «Μεταξύ ημών και ύμών χάσμα μέγα έστήρικται, όπως οί θέλοντες διαβήναι ένθεν πρός ύμας μη δύνωνται, μηδέ οί έκειθεν πρός ημάς διαπερώσι (Λουκ. ΙΣΤ’ 16 – 31).
Δέν είναι, λοιπόν, δυνατόν, λένε οί Προτεστάντες, νά γίνη μετάστασις είς τόν Άδην άπό τό ένα μέρος είς τό άλλο. Πώς, λοιπόν, μέ τά Μνημόσυνα θά γίνη αύτή ή μετάστασις;
Έδώ όμως, άν προσέξουν, θά δοΰνε, ότι δέν όμιλεί γιά δεήσεις ζώντων ύπέρ τών κεκοιμημένων. Όμιλεϊ άπλώς περί θελήσεως τών πέραν του τάφου κριθέντων, διότι λέγει «Ο ί θέλοντες διαδήναι ένθεν πρός ύμας μή δυνωνται…».
Δεν λέγει όμως, ότι άπαγορεύεται οι ζώντες νά εΰχωνται γιά τούς κοιμηθέντας. Επομένως τό χωρίον αύτό άντίκειται ρητώς εις τήν μετάνοιαν τών κεκοιμημένων και όχι είς τήν δέησιν τών ζώντων ύπέρ τών κόιμηθέντων. Δέν μπορούν οι πέραν τού τάφου νά κάμουν μόνοι τους τίποτε, γιά νά βελτιώσουν τή θέσι τους. Δέν άπαγορεύει δμως και τήν προσευχή τών ζώντων για αύτούς.
Οι Πρστεστάντες εναντίον τών Μνημοσύνων φέρουν και τό χωρίον: «Άπόκειται τοϊς άνθρώποις απαξ άποθανεϊν μετά δέ τούτα Κρίσις». (Έ6ρ. θ’ 27)’
Άλλά αύτώ δέν άντίκειται ρητώς στή δέησι τών ζώντων ύπέρ τών άπελθόντων. Λέγει άπλώς, ότι πεθαίνουν και θά κριθούν. Λέγει τί γίνεται είς τούς άποθανόντας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατον κρίνονται. Άλλά τίποτε δέν λέγει περί Μνημοσύνων.
’Έχομεν όμως χωρία τής Άγ. Γραφής, πού άναφέρουν δεήσεις ζώντων ύπέρ κεκοιμημένων. Και ίδού.
Ή Παλαιά Διαθήκη
Ή Π. Διαθήκη είς τον Νεεμίαν (Β’ 12) γράφει: «Και έχωρίσθησαν οι Υιοί Ισραήλ άπο παντός Υιού άλλοτρίου και έστησαν καϊ έξηγόρευσαν τάς άμαρτίας αυτών καϊ τάς ανομίας τών πατέρων α ύ τ ώ ν».
Έδώ, Όπως βλέπομε, όμιλεϊ ή Γραφή γιά δέησι ζώντων ύπέρ κεκοιμημένων. ‘Όπως δηλαδή ώμολόγησαν τις άμαρτίες των οι ζώντες Ισραηλίτες γιά νά συγχωρηθοϋν, έτσι έξομολογοϋνται καϊ τις άμαρτίες ιών πατέρων των, γιά νά συγχωρηθοϋν άσφαλώς. “Ιδού δέησις ύπέρ κεκοιμημένων στήν Άγια Γραφή.
Επίσης ή Παλαιά Διαθήκη (Β. Μακκαβαίων ΙΔ’ 42—45) άναφέρει, ότι ό Ιούδας ό Μακκαβαϊος έστειλε στά “Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές διά νά προσφερθη θυσία, γιά νά συγχωρηθοϋν οι άμαρτίες μερικών στρατιωτών, πού άμάρτησαν καϊ έπεσαν στ ή μάχη.
Αύτοϊ οι στρατιώτες γιά νά μή τούς κακοποιήσουν, άν τούς έπιαναν αιχμαλώτους οί είδωλολάτρες “Έλληνες τού ’Αντιόχου, είχαν μαζί τους άγαλματάκια είδωλατρικών θεών, καίτοι αύτοϊ έπίστευαν στον Αληθινό θεό. Αύτό πού έκαμαν ήταν αμαρτία, διότι άν τούς έπιαναν αιχμαλώτους θά έλεγαν, ότι πίστευαν τά είδωλα και όχι στον άληθινό θεό. Αύτό δμως ήταν άμαρτία. Άπό φόβο θά άρνιόνταν τό θεό. Αύτά τά άγαλματίδια τά βρήκαν στις τσέπες τους, όταν έφονεύθηκαν στήν μάχη.
Τότε ό Ιούδας έστειλε χρήματα στο Ναό τών ‘Ιεροσολύμων νά προσευχηθούν γιά τις ψυχές των Καϊ λέγει ρητώς ή Γραφή: «Έί γάρ μή τούς πεπτωκότας άναστήναι προσεδόκία, περισσόν άν καϊ ληρώδες ύπέρ νεκρών προσεύχεσθαι». Έάν δηλ. δέν περίμενε νά άναστηθούν οί φονευθέντες, θά ήταν περιττό καϊ βλακώδες νά προσεύχεται γιά τούς νεκρούς.
Ιδού λοιπόν, ότι ή Άγ. Γραφή άναφέρει προσευχή ζώντων ύπέρ τών νεκρών. Σ’ αύτό δέ τό βιβλίο τών Μακαβαίων άναφέρεται κατ’ έπανάληψιν ό Απ’ Παύλος.

Κεφάλαιο Γ’
Η Ιερά Παράδοσις

Ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είπε στους οπαδούς του «Και εγώ μεθ’ ύμών είμί πάσας τάς ημέρας, εως της συντελείας τών αιώνων» (Ματθ. ΚΗ’ 20). θά είναι μαζί μέ τούς οπαδούς Του, μέ τήν Εκκλησίαν Του άδιακόπως. Οι Προτεστάντες δέν τό έχουν αύτό, διότι παρσυσιάσθησαν τό χίλια πεντακόσια περίπου. Επομένως 1500 χρόνια δέν ήταν μαζί τους ό Χριστός, διότι λέγει «πάσας τάς ημέρας».
Αύτό όμως, πού είπεν ό Κύριος, τό έχομεν ημείς οι Όρθόδοξοι, ή Όρθόδοξος Εκκλησία.
Μαζί μέ τήν Όρθόδοξον Εκκλησίαν ήτο άπό τήν άρχή και είναι ό Κύριος, διότι ημείς έχομεν ’Αποστολικήν διαδοχήν. Οί προσευχές γιά τούς κεκοιμημένους άπό τούς ζώντας συνεχίζονται άνέκαθεν επί 2.000 χρόνια.
Ή Εκκλησία μας όμως, μέ τήν όποίαν είναι ό Κύριος πάντοτε, συνεχίζει άνέκαθεν τις προσευχές τών ζώντων γιά τούς κοιμηθέντας κατ’ έντολήν Άποστολικήν, και άρα Χριστού. Και τό βιβλίον Β’ Μακκαβαίων, πού γίνεται λόγος ρητώς γιά δέησιν ζώντων ύπέρ τών κεκοιμημένων, είναι βιβλίον, πού τό δέχτηκε ή Εκκλησία άπό τήν Άποστολικήν άκόμη έποχήν. Ή Παράδοσι, λοιπόν, της Έκκληοίας όμιλεϊ περί τών Μνημοσυνών καθαρά. Και ιδού:

ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ
Σχετικώς γιά τά Μνημόσυνα άναφέρουν πολλοί Πατέρες ή Εκκλησιαστικοί συγγραφεϊς τών πρώτων αιώνων. Και ιδού:
Ό Τερτυλιανός (200 μ.Χ.) λέγει τά έξης: «Ποιοϋμεν θυσίας και δεήσεις ύπέρ τών κεκοιμημένων. Ποιοϋμεν ιδίως έν τη έπετείω ημέρα τών γεννεθλίων (δηλ. τοϋ θανάτου των).
Ό Ωριγένης (260 μ.Χ.) γράφει: «Δίκαιον έστϊ και ωφέλιμον τό ποιεϊν έν δημοσίαις προσευχαϊς μνημόσυνα ύπέρ τών Άγιων».
Ό “Αγιος Κυπριανός (250 μ.Χ.) βεβαιώνει ότι στήν εποχή του οι Χριστιανοί θεωρούσαν απαραίτητον καθήκον «Νά προσφέρουν θυσίας και νά δέωνται ύπέρ τών Μαρτύρων» (Έπιστ. 107),
Ό Άρνόβιος (305 μ.Χ.) λέγει: «Οί χριστιανοί έν ταϊς Ιερούργίαις αύτών έποίουν δεήσεις ύπέρ άναπαύσεως καϊ σωτηρίας τών τεθνεώτων (Κατά Εθνικών βιβλίον Δ)».
Ό Ίερός Αύγουστϊνος (355—430 μ.Χ.) έγραψε ολόκληρο βιβλίο «DE CURA PRO MORTUIS», στο όποιον άποδεικνύει τήν άπό τήν άρχής τοϋ Χριστιανισμού συνήθειαν τής Εκκλησίας νά εύχεται καϊ νά προσφέρη θυσίας, τήν όπαίαν συνήθειαν τήν άποδίδει εις Άποστσλικήν Παράδοσιν.
Ό Κύριλλος “Ιεροσολύμων είς τήν «θείαν Μυσταγωγίαν» γράφει γιά τά Μνημόσυνα τών κεκοιμημένων τά έξης:
Έτι δεομεθα καί ύπέρ τών κεκοιμημένων Αγίων Πατέρων καί Επισκόπων και πάντων απλώς τών έν ήμίν προκεκοιμημένων, μεγίστη ονησις (ωφέλεια) πιστεύοντες εσεσθαι ταίς ψυχαϊς, ύπέρ ών ή δέησις άναφέρεται τής Άγιας και φρικτής ταύτης προκειμένης Θυσίας».
Παρακαλούμεν, λέγει γιά ολους τούς προκεκοιμημένους, διότι πιστεύομεν, ότι θά είναι ωφέλεια στις ψυχές των, άφοϋ έκείνη τήν ώρα είναι μπροστά μας ή φρικτη θυσία τού Κυρίου.
Ό ‘Άγ. Ιωάννης ό Χρυσόστομος λέγει:
«Μη αμφέβαλλε, οτι καρπώσεταί τι χρηστόν. Ούχ άπλώς ο διάκονος βοά υπέρ τών έν Χριστώ κεκοιμημένων. Ούχ ό διάκονος έστί, ό τήν φωνήν ταύτην άφιείς, άλλά το Πνεύμα τό Αγιον».
Και άλλαχοϋ λέγει:
«Ούκ είκή ταϋτα ένομοθετήθη ύπο τών .Αποστόλων, το έπι φρικτών Μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι τών άπελθόντων. ’Ίσασιν (γνωρίζουν) πολύ . κέρδος γινόμενον, πολλήν τήν ωφέλειαν».
Δηλαδή δέν ένομοθέτησαν, χωρίς λόγο, οι Απόστολοι νά μνημονεύωνται στή θ. Λειτουργία οι άπελθόντες. Γνωρίζουν, οτι τούς γίνεται πολύ κέρδος, πολλή ωφέλεια.
Ό “Αγιος Έπιφάνιος γράφει: «Ωφελεί δέ και ή ύπέρ αύτών εύχή».
Ό Άγιος Αθανάσιος λέγει:
«Καν είς άέρα ο έν εύσεβεία τελειωθείς κατατεθή, μή άπαναίνου έλαιον καί κηρούς..Δεκτά ταύτα τω θεω καί πολλήν εξ αύτου φέροντα τήν άντίδοσιν. Το γάρ· ελαιον καί ο κηρός όλοκαύτωσις, ή δέ θεία καί αναίμακτος θυσία εξιλασμός, ή δέ προς πένητας προσθήκη πάσης άγαθής άντιδόσεως».
Ό Έφραιμ ό Σύρος εις τήν διαθήκην του γράφει:
«Και νυν βούλομαι, αδελφοί μου, μετά τήν έξοδον μου· μνείαν μου ποιείσθα,ι έν ταίς δεήσεσιν ύμών. Ήνίκα ποιήσω τριακοστήν, ποιήσατε μου τήν μνήμην. Ευεργετούνται γάρ οί θνητοί έν προσφοραίς άναμνήσεως παρά ζώντων ‘Αγίων».
Ό Άγιος Ιάκωβος ό Νεομάρτυς, τό 1520 όταν τόν έπήγαιναν νά μαρτυρήση, έστειλε επιστολή στούς μαθητάς του, γράφοντας νά τού κάμουν τά Μνημόσυνα κατά τήν τάξιν τής Εκκλησίας.
Ό Άγιος Ιωάννης ό Δαμασκηνός άφήκε ολόκληρη συγγραφή, «Περί τών έν πίστει κεκοιμημένων, όπως οί ύπέρ αύτών γεγόμεναι λειτουργίαι και εύηοιΐαι τούτους όνήνισι (ώφελούσι)».
Βλέπεις, άναγνώστα, ότι και ή ‘Ιερά Παράδοσις όμιλεϊ περί τών Μνημοσύνων; Τά παρεδέχοντο καϊ τά τελούσαν αύτοί, πού ήσαν κοντά στήν Άποστολική εποχή καϊ στήν έποχή τού Κυρίου. Αύτοϊ δέν θά μπορούσαν ποτέ νά τά τελούν, άν δέν τούς τά παρέδιδαν οι Αγιοι Απόστολοι καϊ ό Κύριος.

Κεφάλαιο Δ’
Ποιούς ωφελούν;

Τά Μνημόσυνα ώφελοϋν πρώτον τούς κοιμηθέντας, οι όποιοι έφυγαν άπό κοντά μας και τώρα εύρίσκονται έν χειρϊ θεού. Οί Προτεστάντες όμως και οι εδώ Εύαγγελικοϊ δέν τελούν Μνημόσυνα. Αύτοϊ πέσανε οι δυστυχείς στον Όρθολογισμό και έχουν περί πολλού τήν λογικήν. Φθάνουν καϊ στήν άπιστία. “Αλλωστε ή πίστις είναι πέραν τής λογικής. Αύτοί, λοιπόν, οι Προτεστάντες λέγουν, ότι δέν στέκει λογικά νά προσευχώμαστε γιά τούς κεκοιμημένους, διά τον εξής λόγον:
Ή Γραφή λέγει: «άπόκειται τοϊς άνθρώποις απαξ άποθανείν, μετά δέ τούτο κρίσις» (Έβρ. θ, 27). Αφού, λοιπόν, ό θεός εύθύς μετά τον θάνατον βγάζει τήν κρισιν Του, πώς έπειτα θ’ άνακαλέση τήν άπόφασί Του, γιά έναν άμαρτωλό, πού τον κατεδίκασε; Άν κάνη αύτό, σημαίνει ή ότι ή πρώτη άπόφασις του ήτο εσφαλμένη, ή ότι ή ψυχή στον “Άδη μέ τήν μετάνοια Τον ανάγκασε να άνακαλέση τήν άπόφασί Του. Άλλά γνωρίζομεν, ότι «έν τώ “Άδη ούκ έστι μετάνοια».
Ό θεός όμως δέν έκδίδει διαταγήν εσφαλμένην. Επομένως ό άμαρτωλός πρέπει νά μείνη στον ‘Άδη και είναι περιττά τά Μνημόσυνα. Αύτά λέγουν οί Προτεστάντες, οί Εύαγγελικοί.
Ήμεϊς όμως θά τούς πούμε μερικές λογικές σκέψεις, μέ άντίθετα συμπέρασμα άπό τό δικό τους:
Λέγουν, ότι ή δέησις τών ζώντων ύπέρ τών κεκοιμημένων άντίκειται στήν άλάθητη κρίσι του θεού, γιά έναν άμαρτωλό πέραν τού τάφου και στο άδύνατον της μετανοίας τοϋ άμαρτωλοϋ στον Αδη. Άλλά μήπως και ή προσευχή γενικώς, όχι μόνον τών ζώντων ύπέρ τών κεκοιμημένων, άλλά και τών ζώντων ύπέρ τών ζώντων, δέν άντίκειται στή σοφία τοϋ θεοϋ; Ό θεός διοικεί τόν κόσμον μέ ώρισμένους νόμους. Ό άνθρωπος όμως διά τής προσευχής του, τήν όποίαν πσλλάκις άκούε ό θεός, έπεμβαίνει καϊ άκυρώνει ή τροποποιεί τάς άποφάσεις Του. Πώς, λοιπόν, ό θεός χάρις στήν προσευχή ένός άκυρώνει ή τροποποιεί τις άποφάσεις Του; Τοϋτο σημαίνει, ότι ό θεός έξεδωκε προηγουμένως εσφαλμένη ν άπόφασιν;
«’Ένα παράδειγμα: Ό θεός άποφασίζει νά καταστρέψη τούς Ιστραηλίτες, διότι κατεσκεύασαν τόν χρυσόν μόσχον. Ό Μωϋσής όμως προσεύχεται ύπέρ τού λαοϋ του. Ό Κύριος άνακαλή τότε τήν άπόφασιν Του. Χάρις στήν προσευχή τοϋ Μωϋσέως «Ίλάσθη Κύριος περί τής κακίας, ής είπε ποιείσαι τόν λαόν Αύτοϋ». (Έξοδ. 32, 14). Ό Κύριος «είπε ποιείσαι», άπεφάσισε δηλ. νά τιμωρήση τούς Ίσραηλίτας. Χάρις όμως στήν προσευχή τού Μωϋσέως «Ίλάσθη Κύριος πίερι τής κακίας», χωρίς νά μετανοιώσουν οί Ίσραηλϊται.
Ό Κύριος έξέδωκε καταδικαστικήν άπόφασιν διά τούς άμαρτήσαντας ζώντας ’ Ισραηλίτας, τήν οποίαν ακύρωσε ή έτραποποίησε ή προσευχή τού Μωϋσέως, άνευ μετανοίας τών άμαρτησάντων.
Δέν μεμφόμεθα όμως τον θεόν, έπειδή άνεκάλεσε τις άποφάσεις Του. Διατί όμως, όταν προσευχηθή ένας ζωντανός ύπέρ τών κοιμηθέντων και καταδικασθέντων ύπό τού θεού, έχομεν τήν γνώμην, ότι είναι άδύνατον νά είσακουσθή ή προσευχή μας ύπέρ αύτών; Λογικόν δέν είναι καί αύτό; Διατί νά μή άκούωνται οί δεήσεις τών ζώντων ύπέρ τών κεκοιμημένων, όταν, α’. οί δεήσεις αύτές γίνωνται εύσεδώς καί μετά πίστεως.
β’. ‘Όταν οί νεκροί, ύπέρ τών οποίων γίνονται οί προσευχές, είναι έπιδεκτικοί τού θείου έλέους καί γ’ “Οταν ή πλήρωσις τών δεήσεων δέν άντιβαίνει πρός τήν καθόλου θείαν Δικαιοσύνην καί Αγαθότητα;
Βλέπεις, Χριστιανέ, ότι οί προσευχές τών ζώντων ύπέρ τών κεκοιμημένων είναι καί λογικόν νά γίνωνται; Ώρίσθησαν δέ νά γίνωνται, διότι ωφελούν τούς κοιμηθέντας.
Ή Άγια μας Εκκλησία ώρισε νά τελούνται τά μνημόσυνα κατ’ Αποστολικήν Παράδοσιν. Η Άποστολική αύτή Παράδοσις στηρίζεται στήν Άγια Γραφή» Τά ώρισε δέ νά τελοϋνται, διά τήν ωφέλειαν, πού φέρουν είς τούς τεθνεώτας διά τούς οποίους τελοϋνται.
Βεβαίως δέν είμπορεϊ κανείς νά ίσχυρισθη, Ότι θά ζήση θρησκευτικώς άδιάφορος καϊ έν άμαρτίαις και θά σωθή μόνον άπό τά Μνημόσυνα, πού θά τοϋ κάμουν οί άλλοι. Ή παροϋσα ζωή είναι στάδιον, όπου δέχεται ό άνθρωπος τήν θείαν Χάριν. Είναι στάδιον τής ήθικής εργασίας, τών κόπων, τών μόχθων καϊ τών άγώνων, διά νά μόρφωση χαρακτήρα Χριστιανικόν, ήθικόν, ένάρετον, άγιον, ώστε νά σωθή στή βασιλεία τοϋ θεοϋ.
“Οταν όμως ό άνθρωπος άπωθή καϊ διώχνει συστηματικά καϊ επίμονα τήν θείαν Χάριν καϊ μορφώνει χαρακτήρα κακόν, στρεβλόν, σατανικόν καϊ άμετανόητον, παραπέμπεται διά τοϋ θανάτου είς Κρίσιν. Δι’ αύτό ό Κύριος βροντοφωνάζει. «Έ ργάζεσθαι εως ήμέρα έστί, διότι έρχεται νύξ, ότε ούδεϊς δύναται έργάζεσθαι». Δι’ έκείνον, πού έφυγε τελείως άμετανόητος ούδεμία ωφέλεια έρχεται άπό τά Μνημόσυνα. Ημείς όμως δέν τό γνωρίζομεν αύτό καϊ τά τελοϋμεν δι’ όλους.
Μόνον είς τούς αύτόχειρας, τούς μή ψυχοπαθείς, δέν τελοϋνται Μνημόσυνα. Οί αύτακτονοϋντες έκλείδωσαν μόνοι τους τήν πόρτα τοϋ Παραδείσου καϊ επέταξαν τά κλειδιά είς τό βάθος τοϋ ώκεανοϋ, γιά νά μή ξαναβρεθοϋν ποτέ — ποτέ. Επίσης καϊ είς τούς μή “Ορθοδόξους, τούς αιρετικούς, δέν τελοϋνται Μνημόσυνα, διότι είναι καϊ αύτοϊ έκτος τής Εκκλησίας. Καϊ εκτός τής Εκκλησίας ούδεμία σωτηρία ύπάρχει. Αύτοϊ βλασφη- μούν κατά του Άγ. Πνεύματος, τό οποίον μέ τήν 0. Χάριν εργάζεται, διά τήν σωτηρία των. Αύτοί, οπως εϊπεν ό Κύριος, είναι άσυγχώρητοι, έν τω νύν καϊ έν τω μέλλοντι αίώνι. «Ή δέ τού Πνεύματος βλασφημία ούκ άφεθήσεται τοϊς άνθρώποις καϊ δς έάν εϊπη λόγον κατά τού Υιού τού άνθρώπου, άφεθήσεται αύτω· ος δ’ άν εϊπη κατά τού Πνεύματος τού Άγιου, ούκ άφεθήσεται αύτώ, ούτε έν τω νύν αίώνι, ούτε έν τω μέλλοντι» (Ματ. ιβ’ 31-32).
Επίσης είπε: «ος δ’ άν βλασφημήση είς τό Πνεύμα τό “Αγιον, ούκ έχει άφεσιν είς τον αιώνα» (Μάρκ. 1. 29). Τρομεράν πραγμα νά πεθάνη κανείς αιρετικός ή νά αύτοκτονήση. Γνωρίζομεν ότι δέν έ’χει σωτηρίαν καϊ γι αύτό ή Εκκλησία δέν τελεί γι’ αύτούς Μνημόσυνα.
Ημείς όμως, όπως είπαμε, τούς άλλους δέν τούς ξέρομε καϊ γι’ αύτό κάνουμε σέ όλους Μνημόσυνα. Ό θεός τούς ξέρει καϊ θά άνακουφίση όσους κρίνει, ότι δέν ήσαν πεπορωμένοι.
Είς έκείνους όμως, πού έζησαν έδώ Χριστιανικά άλλά «ώς σάρκα φοροϋντες καϊ τον κόσμον οϊκούντες» περιέπεσαν καϊ είς άμαρτήματα καϊ οί οποίοι διά τής μετανοίας, ή οποία έπηκολούθησε, δέν έπρόφθασαν νά τελειοποιηθούν, είς αύτούς λέγομεν, φέρουν τά Μνημόσυνα ώφέλειαν. Άλλά πόσην ώφέλειαν φέρουν δέν γνωρίζομεν. Πάντως φέρουν.
Ό “Αγιος “Ιωάννης ό Δαμασκηνός λέγει, ότι φέρουν «ονησιν τινά», κάποιαν ωφέλειαν.
Ό δέ Έφραίμ, ό Σϋρος λέγει: «Εύεργετοϋνται γάρ οι θνητοί, έν προσφοραίς άναμνήσεως, παρά τών ζώντων Άγιων».
Επίσης ό “Αγιος ’Ιωάννης ό Χρυσόστομος τονίζει: «Μή άμφέβαλλε, ότι καρπώσεταί τι χρηστόν. Ούχ άπλώς ό διάκονος έστι ό τήν φωνήν ταύτην άφιείς, άλλά τό Πνεύμα τό “Αγιον», όπως εϊδαμεν και άνωτέρω Και άλλαχοϋ: «ούκ εική δεόμεθα τοϋ Άμνοϋ τοϋ κειμένου. Παραμυθία τις και έντεϋθεν γίνεται αύτοϊς».
Πώς είναι άλλωστε δυνατόν νά μή ωφεληθούν, όταν προσφέρεται τό παιδί Τοϋ θεού θυσία γι’ αύτούς, όταν σφάζεται γι’ αύτούς και λέγει: «Πάτερ, σε παρακαλώ λυπήσου τους χάριν Έμοϋ»; Πώς είναι δυνατόν τότε ν’ άντισταθή είς τήν ύπέρ αύτών θυσίαν τοϋ Υίοϋ Του;
Τοϋτο φαίνεται και είς τόν βίον τοϋ Άγ. Ιωάννου τοϋ Έλεήμονος. Έκεϊ διαβάζομε τά έξης:
«”Εναν καιρό ήταν άρρώστεια στήν Αλεξάνδρεια καί ό “Αγιος έπήγαινε μόνος του και έπισκεπτόταν τούς άσθενεϊς. Ένεταφίαζε τούς νεκρούς των, λέγοντας, ότι πολύ ώφελοϋν οι λειτουργίες και οι προσευχές, όχι μόνον τούς νεκρούς άλλά και τούς ζωντανούς. Τούς διηγήθηκε μάλιστα τό έξης περιστατικό:
«Οι Πέρσες είχαν αιχμαλωτίσει κάποιον Κύπριο και οί συγγενείς του τόν ένόμιζαν γιά νεκρό. Τοϋ έκαναν, λοιπόν, Μνημόσυνα, σύμφωνα μέ τήν συνήθεια. Μετά όμως άπό τέσσερα χρόνια ό άνθρωπος αύτός έπέστρεψε και έμαθε, ότι του έκαναν μνημόσυνα. Αύτός τότε τούς διηγήθηκε, ότι κάθε φορά, πού έκαναν αύτοί Μνημόσυνον, παρουσιαζόταν ένας πολύ ώραϊος άνθρωπος μπροστά του. Κάποια δέ ήμερα τού έλυσε τήν άλυσίδα καϊ τον έλευθέρωσε, καϊ άμέσως έξαφανίστηκε.
Αύτά έλεγε ό “Αγιος γιά νά δείξη πόσην μεγάλην ωφέλειαν παίρνουν άπό τις λειτουργίες καϊ τά Μνημόσυνα οι ψυχές τών νεκρών».

Τά Μνημόσυνα γιά τούς κοιμηθέντας δέν είναι περιττά. Ωφελούν τήν ψυχή τού άπελθόντος, άλλά καϊ τού προσφέροντος. Καϊ ήμάς τους ζώντας ωφελούν τά Μνημόσυνα. Δείχνουμε μέ τά Μνημόσυνα άγάπην πρός αύτούς. Δέν είναι ζώον ό άνθρωπος. Μέ τό Μνημόσυνον έκτελεί έργον άγάπης. Βοηθεϊ τον άπελθόντα, Έάν ή άγάπη, πού δείχνεις εις τον άδύνατον, είναι άξιέπαινος άπό τον θεόν, πολύ περισσότερον είναι άξιέπαινος ή άγάπη αύτή, μέ τήν οποί αν προσπαθείς νά βοηθήσης τον πέραν τού τάφου, ό οποίος είναι άνίκανος νά βοηθήση τον έαυτόν του έκεί. Ό θεός, γράφει ό Ιωάννης ό Δαμασκηνός «βούλευται ϊνα ύπ’ άλλων πάντες εύεργετώμεθα καϊ ζώντες και μετά θάνατον. Ό δέ ύπέρ τής τού πλησίον σωτηρίας άγωνιζόμενος πρώτον έαυτόν όνίνησιν (ωφελεί) εϊτα τον πέλας (τον άλλον)»’
“Έπειτα άνακουφιζόμεθα καϊ ήμείς οι θλιμμένοι, Ό θάνατος δημιουργεί θλίψιν άφόρητη. Χωρίζει άποτόμως προσφιλείς. Ή προσευχή όμως καϊ τό Μνημόσυνον είναι ή μόνη επικοινωνία μέ αύτούς. Δέν ύπάρ- χει άλλη έπικοινωνία μέ τά προσφιλή μας πρόσωπα,
Μακρυά άπό τόν Πνευματισμό καί τά μέντιουμ.
Τό τονίζομεν αύτό ιδιαιτέρως, διότι δυστυχώς πολλοί, κινούμενοι άπό τόν πόνο τους, πηγαίνουν στον Πνευματισμό νά έρωτήσουν τά μέντιουμ γιά τούς δικούς των, πού πέθαναν. Και λαμβάνουν άπό τά μέντιουμ άπαντήσεις. Άλλά δι’ αύτών όμιλεϊ ό Σατανάς και οι δυστυχείς αύτοϊ νομίζουν, ότι επικοινωνούν μέ τούς δικούς των, ενώ έξαπατώνται. Είναι βαρύτατο ν άμάρτημα. Διότι ό Χριστιανός πηγαίνει είς τόν διάβολον, τόν εχθρόν τού θεού. Είναι ξεβάπτισμα αύτό. Είναι σάν νά ξεβαπτίζεται ό Χριστιανός. Γι αύτό και άν μετανοήση, έχει βαρύτατον έπιτίμιον (κανόνα) άπό τήν Εκκλησίαν.
Πρόσεξε, άδελφέ μου, μή παρασυρθής καί πας σέ τέτοιες σατανικές πόρτες. Μή κολάζεσαι και μή στενόχωρης τήν ψυχή τού προσφιλούς σου νεκρού. Ή θλιψις του είναι μεγάλη, όταν σέ βλέπη άπό τό ένα μέν μέρος νά γίνεσαι παίγνιον τού Σατανά και άπό άλλα εχθρός τού θεού, και νά έξοργίζης τόν θεόν. Έφ’ όσον πηγαίνεις είς τόν Πνευματισμό και τά μέντιουμ, τι τά θέλης τά Μνημόσυνα; Δέν σέ άκούει ό θεός. Δέν τά δέχεται πιά άπό σένα.
Είς τήν Καλαμάτα προ πολλών έτών ήταν ενας ‘Ιεροκήρυξ, Πολύκαρπος Άνδρώνης όνόματι. Ζή άκόμη.

Αύτός γιά νά άποδείξη στους Πνευματιστάς, ότι στις συνεδριάσεις τους εμφανίζονται πονηρά πνεύματα και όχι οί νεκροί μας, μετέβη και αύτός στήν αίθουσα τών συνεδριάσεων τους. Τούς ζήτησε νά καλέσου ν τον γνωστον Ιεροκήρυκα τών Αθηνών, τον πραότατον και όμολογουμένως άγιον Διονύσιον Φαραζουλήν, ό οποίος προσφάτως τότε εϊχεν άποθάνει. ‘Όντως ένεφανίσθη ένα πνεύμα καϊ τού λέγει:
— Αδελφέ Πολύκαρπε, είμαι ό Διονύσιος.
— Είσαι σατανάς, τού άπαντά ό ‘Ιεροκήρυξ.
— Μά δέν μέ γνωρίζεις; Μέ ξέχασες Πολύκαρπε;
— Δέν είσαι σύ ό Διονύσιος, είσαι σατανάς, έπανέλαβε ό ‘Ιεροκήρυξ.
— Γιά θυμήσου Πολύκαρπε. Έμεϊς έχουμε ζήσει μαζί, έπανέλαβε τό πνεύμα.
— Είσαι σατανάς, σού λέγω. Δέν είσαι σύ ό Διονύσιος ό Φαραζουλής, επιμένει ό ‘Ιεροκήρυξ.
Τότε έθύμωσε τό πνεύμα. Ένεύριασε. Τά άνέτρεψεν όλα μέσα στήν αίθουσα. Τά έκαμε άνω — κάτω. “Οταν κατόπιν συνήλθαν, τούς είπεν ό ‘Ιεροκήρυξ:
— Βλέπετε, λοιπόν, ότι ήταν σατανικό καϊ πονηρό τό πνεύμα; Διότι ό Διονύσιος Φαραζουλής, ώς γνωστόν, ήταν πραότατος καϊ άγιος καϊ ουδέποτε θύμωνε στή ζωή του»!

Μακρυά, λοιπόν άπό τά μέντιουμ:
Ή μόνη επικοινωνία μέ τις ψυχές τών νεκρών μας είναι ή προσευχή καϊ τά Μνημόσυνα. Μέ αύτά καϊ μόνον ωφελείς τόν άπελθόντα.

Κεφάλαιο Ε’
Πως και πότε πρέπει να γίνονται

Είδαμε τήν ωφέλεια, πού φέρουν τά Μνημόσυνα, τόσον είς τούς τεθνεώτας, όσον και είς τούς ζώντας. Άλλά διά νά έ’λθη ή ωφέλεια πρέπει νά γίνωνται και όπως πρέπει.

1ον) Στις καθωθισμένες ήμερες.

Στις ώρισμένες ημέρες νά τελήται. Στις 3, στις 9, στις 40, στο έξάμηνα και στο χρόνο. Άλλά και σέ κάθε χρόνο και οποτεδήποτε άλλοτε θέλουν οι συγγενείς και φίλοι καλάν είναι νά τελούν Μνημόσυνο. Ή ομολογία τοϋ Πατριάρχου Μητροφάνους, όπως είδαμε, λέγει: «Εύχόμεθα ούν ύπέρ τών άποιχομένων (άπελθόντων) όνομαστί μέν ύφ’ ενός έκάστου τή πρώτη ήμέρα τής εκείνων Κοιμήσεως, τή τρίτη, τή ένάτη, τή εικοστή, τή τεσσαρακοστή, εϊτα μετά τρεις μήνας και αΰθις μετά εξ και τελευταίον μετά ενιαυτόν. Μετέπειτα παρά ταϋτα και οσάκις οί συγγενείς καί οί προσήκοντες τω άποιχομένω, έθέλουσι, τοϋτο ποιεϊν ού κωλύομεν».

2ον) Απαράδεκτο τό «άντι μνημοσύνου»

Πρέπει νά τελήται τό Μνημόσυνο. Τό τονίζουμε αύτό ιδιαιτέρως, διότι πολλοί δέν τελοϋν Μνημόσυνο,άλλά δίδουν «άντί Μνημοσύνου»’ Κακώς, κάκιστα. Είναι άλλο ή έλεημοσύνη, πού δίδεται καί άλλο τό Μνημόσυνο, πού γίνεται. Ή έλεημοσύνη, πού δίδεται γιά τήν ψυχή, καλή είναι και ωφελεί. Άλλά τήν θυσίαν τού Χριστού δέν τήν άντικαθιστα τίποτε. Τό μόνο, πού μπορούμε νά προσφέρωμε είς τόν θεόν και τό οποίον δέχεται εύχαρίστως είναι ή θυσία τού Υιού Του. Γι’ αύτό πηγαίνουμε στήν Εκκλησία πρόσφορο και νάμα, πού μεταβάλλονται είς Σώμα και Αίμα Χριστού. Άπό αύτό βγαίνει και ή μερίδα τού κεκοιμημένου και τίθεται στο “Αγιο Δισκάριο, κοντά είς τόν Αμνόν και τάς μερίδας τής Παναγίας, τών Αγγέλων, τών Προφητών, και ‘Ιεραρχών, τών Μαρτύρων, τών ομολογητών, τών έγκρατευτών και όλης τής Εκκλησίας.
Έκεί είναι όλη ή οικογένεια τού θεού και μέσα σ’ αύτή μπαίνει και μνημονεύεται τό δνομα τού κοιμηθέντος δικού μας. Είναι μεγάλο πράγμα νά άναφερθή και τό όνομα τού δικού μας άποθανόντος. εκεί, πού βρίσκεται ό Χριστός και ολόκληρος ή Εκκλησία Του. Λέγει σχετικά ό ‘Ιερός Χρυσόστομος τά έξης:
«Μεγάλη τιμή τό όνομασθήναι τού Δεσπότου παρόντος, τού θανάτου έπιτελουμένου έκείνου, τής φρικτής θυσίας, τών άφάτων μυστηρίων…. ‘Έως άν πρόκειται τά τών μυστηρίων, τιμή μεγίστη τό μνήμης άξιούσθαι».
Ό “Αγιος Νεκτάριος γράφει, ότι τά Μνημόσυνα είναι άδιαφιλονίκητος Παράδοσις. Άπό αύτήν παρελάβομεν νά προσευχώμεθα στήν προσκομιδή τών Τίμιων Δώρων και νά θέτουμε τις μερίδες των ένώπιον τού Άγιου “Αρτου, κοντά στίς μερίδες τών ζώντων, τών οποίων έμνημόνευσε τά ονόματα. Μετά όμως τόν άγιασμόν τών Τίμιων Δώρων και τήν θείαν Μετάληψιν και τήν έπι τοϋ φρικτοϋ θυσιαστηρίου άνάμνησιν τών ήδη είς τήν Πρόθεσιν μνημονευθέντων, οι μερίδες των εμβάλλονται είς τό “Αγιον Ποτήριον «Έν ώ τό Σώμα και τό Αίμα τοϋ Σωτήρος ημών ’Ιησού Χριστού, τό «έκχυθέν ύπέρ τής τοϋ κόσμου σωτηρίας», όπως έμβαπτίση αύτάς έν τώ Αίματι τοϋ Κυρίου. «’Όπερ έ’σται αύταϊς ώς ιληστήριος θυσία ενώπιον τοϋ Φιλανθρώπου θεοϋ, τοϋ δεχομένου τήν θυσίαν και έπισπάσηται πρός Αύτόν τήν χάριν, τόν άγιασμόν και τήν άπολύτρωσιν, εϊπερ εάν ό ρϋπος τής άμαρτίας τεθή ώς μεσότειχον τής έπηγγελμένης τοΐς πιστοϊς σωτηρίας και τούς άποιχομένους (άπελθόντας) άπήργει.» (εμποδίζει).

3ον) Μέ Κόλλυβα

Κόλλυβα χρειάζονται στά Μνημόσυνα. Κόλλυβον σημαίνει κατ’ άρχάς κόκκος σίτου, πού μετρούσαν παλαιά τόν χρυσόν. Κατόπιν όμως σημαίνει τό βραστό σιτάρι, πού πηγαίνουμε στήν Εκκλησία, γιά τό Μνημόσυνο. Τό σιτάρι είναι συμβολικό Συμβολίζει τήν άνάστασιν τοϋ νεκρού. “Οπως δηλ. αύτό θάπτεται στή γή, σαπίζει εκεί και μετ’ ολίγον φυτρώνει πάλι και γίνεται ώραιότερο, ετσι και ό νεκρός μας. Αύτός, πού έτάφη και διελύθη είς τά έξ’ ών συνετέθη, θά άναστηθή πάλι μέ τήν δύναμιν τού θεοϋ, κατά τήν κοινήν ’Ανάστασιν, μέ άφθαρτον πλέον σώμα.

4ον) Μέ θείαν Λειτουργίαν

Ή θεία Λειτουργία είναι άπαραίτητος. Και απαραιτήτους πρέπει νά τήν παρακολουθήσουν οι συγγενείς και φίλοι, γιά νά προσευχηθούν ύπέρ άναπαύσεως τής ψυχής του. Εις τά «Σα εκ τών σών» θά πούνε «θεέ μου, άνάπαυσέ τον». Κακώς γίνεται Μνημόσυνο, χωρίς θεία Λειτουργία.
Δυστυχώς πολλοί άπό τούς καλεσμένους δέν εκκλησιάζονται. Περιμένουν άκριβώς τήν ώρα, πού γράφουν τά άγγελτήρια γιά νά καταφθάσουν άσθμαίνοντες μόνο καϊ μόνο γιά νά μή παρεξηγηθούν άπό τούς συγγενείς και γιά νά μή πούν, ότι δέν, παρέστησαν. Τότε όμως ούδεμία ώφέλεια έρχεται άπό τήν παρουσία τους. νΙσως και 6λά6η στήν ψυχή νά έρχεται.
Δέν θά ξεχάσω ποτέ τό εξής:
Κάποτε προτού άνεβώ στον άμβωνα νά ομιλήσω τήν ώρα τού Κοινωνικού, μέ έπλησίασαν οι έπίστροποι
— Σήμερα, μού είπαν, νά κάμης μεγάλο κήρυγμα. Νά τό κρατήσης πολλή ώρα, διότι έχομε Μνημόσυνο και δέν ήλθαν άκόμη αύτοϊ πού τό κάνουν. Πρέπει νά τούς περιμένουμε!
Τό κήρυγμα φυσικά έγινε κανονικό και επειδή δέν είχαν έλθη άκόμη, ύποχρεώθηκαν οι ψάλτες νά ψάλλουν καϊ νά επαναλαμβάνουν συνεχώς τό Κοινωνικόν καϊ νά ταλαιπωρούν έτσι τό έκκλησίασμα, μέχρις ότου έδέησε νά έμφανισθούν οι οικείοι. Άλλά Χριστιανοί μου όχι τέτοιο Μνημόσυνο. Χρειάζεται νά παρακολουθήσουν τή θ. Λειτουργίαν. Χρειάζεται προσευχή κατά τήν θ. Λειτουργίαν και κατά τό Μνημόσυνο, πού θά έπακολουθήση. Χρειάζεται άκόμη και προσπάθεια δισρθώσεως και χριστιανικής ζωής. Τό Μνημόσυνον πρέπει νά μας βάλη σέ σοβαρές σκέψεις περί θανάτου και σωτηρίας ψυχής.
“Οταν όμως συγκεντρώνωνται οι άσεβεϊς, πού δέν θέλουν νά έχουν σχέσιν μέ τόν θεόν καϊ στέκωνται — άν μπουν μέσα τήν Εκκλησία — άσεβέστατα μέ τά χέρια πίσω, πώς νά ώφελήσουν τότε τόν τεθνεώτα; Αν είχε φωνήν ό μακαρίτης, θά τούς έ’λεγε: «Φύγεται, γιά νά μή έπιβαρύνετε τή θέσι μου. Νά λείπη ή παρουσία σας…»
Καϊ πράγματι. “Οταν συλληφθή ενας άπό τόν εισαγγελέα καϊ παρουσιασθοϋν καϊ τόν παρακαλούν γιά νά τόν άπολύση οι κλέφτες καϊ οι διαρρήκτες καϊ οι κακοποιοί, θά τούς άκούση; Δέν θά επιβαρύνουν τή Θέσι τοϋ συλληφθέντος, διότι τέτοιους είχε φίλους;
Άντιθέτως πολύ καλή είναι ή συνήθεια, πού επικρατεί νά εξομολογούνται οί συγγεινεϊς καϊ νά κοινωνοϋν τών Άχράντων Μυστηρίων κατά τό Μνημόσυνο.”Ενα όμως πρέπει νά προσέξουν. Νά μή κοινωνοϋν γιά τά μάτια τοϋ κόσμου, εάν έχουν άμαρτήματα διά τά οποία, ό πνευματικός δέν θά τούς έπέτρεπε, νά κοινωνήσουν.

5ον) Χωρίς ματαιοδοξίαν

Δυστυχώς ή κενοδοξία και ό έγωϊσμός δέν άφίνουν τούς άνθρώπους ούτε καί στο θάνατο και στα Μνημόσυνα. Ένώ είναι άρκετός ένας δίσκος μέ βρασμένο σιτάρι, αύτοϊ παραγγέλλουν πολυτελεστάτους δίσκους μέ άφθοννη ζάχαρι, ώστε νά μή φαίνεται πουθενά τό σιτάρι. Επίσης γεμίζουν τόν Ναό μέ γλάστρες και δάσος άπό άνθη και πρασινάδες. Άλλά δέν μπαίνει έτσι ό νεκρός μας «έν τόπω χλοερω». Βλέπει κανείς και τόση άλλη πολυτέλεια και ματαιοδοξία. Παραλλήλως ομως γκρινιάζουν, και καταφέρονται κατά τών Ιερέων και τής Εκκλησίας, διότι θά πληρώσουν γιά τή συντήρησι τής Εκκλησίας και τού προσωπικού. Άλλά τότε θά λέγη ό μακαρίτης «Καλλίτερα νά έλειπε τό Μνημόσυνό σας».
Καϊ άν καλούν Αρχιερέα, δέν τόν καλούν γιά νά προσευχηθή Άρχιερεύς, άλλά άπό εγωισμό καϊ ματαιοδοξία γιά νά φανούν, ότι κάμνουν Αρχιερατικό Μνημόσυνο. ’Έχουν δέ τήν άξίωσι νά διαβαστή ξεχωριστά τό δικό τους Αρχιερατικό Μνημόσυνο, καϊ όχι μέ τά άλλα μαζί.
Πόσον οι δυστυχείς κοσμικά καϊ ματαιόδοξα σκέπτονται;
Διά νά φέρη λοιπόν ωφέλεια τό Μνημόσυνο, πρέπει νά γίνη, καϊ όπως πρέπει.